Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
Η Αθήνα που αγνοούμε: Ιστορίες από τον δρόμο μέσα από τα μάτια μιας streetworker
Ενότητα 1
Οι σπουδές ψυχολογίας και ο εθελοντισμός σε οργανώσεις
00:00:00 - 00:09:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα. Καλησπέρα. Είμαστε εδώ με τη Χαρά, είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Η μέρα είναι 30 Οκτωβρίου 2022 …Οπότε, κάποια στιγμή, το είχα, είχα πει: «Οκ, δεν ψήνομαι να συνεχίσω σε όλο αυτό» και ότι θα κάνω ξανά κάτι το οποίο όντως θα μου αρέσει.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Το ξεκίνημα ως streetworker στην Αθήνα και εμπειρίες από το πεδίο
00:09:58 - 00:34:44
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και έτσι προέκυψε δηλαδή κάποια στιγμή, εντελώς από το πουθενά, η οργάνωση στην οποία είμαι τώρα εδώ και τρία χρόνια. Είχα ξεκινήσει εθελο…ι ανακουφιστικό και για μένα, παρότι είχα όλο αυτό το ότι, που ένιωθα ότι πρέπει. Ναι, τι να πω, δεν ξέρω, θες να μου κάνεις καμία ερώτηση;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Η συναισθηματική διαχείριση και η πραγματικότητα στο κέντρο της Αθήνας
00:34:44 - 00:46:08
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Εγώ θα ήθελα να σε ρωτήσω πώς διαχειρίζεσαι αυτές τις καταστάσεις, μετά από αυτό που είπες ότι, ξέρεις, είναι απ’ τα πράγματα που παίρνεις σ… Ναι, αυτό, ας πούμε, δεν μπορώ να το καταλάβω και αυτό είναι κάτι που με θυμώνει, που επίσης δεν μπορώ να το διαχειριστώ, με όποιον τρόπο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Ο ρόλος του φύλου και η επικινδυνότητα στο πεδίο
00:46:08 - 01:05:18
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πώς είναι ως γυναίκα να δουλεύεις σε τέτοια περιβάλλοντα; Κοίτα, γενικά, εντάξει, πώς το εννοείς; Σε σχέση με το πόσο ασφαλής νιώθεις; Και…τό και εκείνο». «Α, sorry, δεν ήξερα ότι είστε εσείς» και τα λοιπά, και τα λοιπά, «Νόμιζα ότι ήρθατε εδώ να κάνετε αυτό, να κάνετε εκείνο».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Βρίσκοντας νόημα στο streetworking και η σύνδεση με τους ανθρώπους
01:05:18 - 01:12:32
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Βάζοντας όλες αυτές τις εμπειρίες μαζί, τι θα έλεγες ότι σημαίνει για σένα το streetworking; Τι σημαίνει; Κοίτα, δεν ξέρω, αυτήν τη στιγμή …ούμε να το σταματήσουμε και εδώ. Οκ. Ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο και για το μοίρασμα και την ειλικρίνεια. Και εγώ. Το κλείνω. Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Είμαστε εδώ με τη Χαρά, είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Η μέρα είναι 30 Οκτωβρίου 2022 και μπορούμε να ξεκινήσουμε. Σε ευχαριστώ που αφιέρωσες τον χρόνο για να μιλήσουμε σήμερα. Θα ήθελες να μου πεις κάποια πράγματα για σένα; Πού γεννήθηκες, πού μεγάλωσες;
Λοιπόν, εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, βέβαια έζησα τα πρώτα τρία χρόνια περίπου εδώ και μετά μετακομίσαμε στον Βόλο. Οπότε έχω μεγαλώσει στον Βόλο, εκεί πήγα σχολείο και έζησα μέχρι τα δεκαοκτώ. Στα δεκαοκτώ πέρασα ψυχολογία και μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη, όπου εκεί έζησα τα υπόλοιπα πέντε χρόνια προσπαθώντας να τελειώσω τις σπουδές μου. Και μετά, καθώς δεν ήθελα καθόλου να γυρίσω στον Βόλο, προσπάθησα για λίγο καιρό, τέλος πάντων, να μείνω στη Θεσσαλονίκη, αλλά τελικά κάποτε τα έφερε και ήρθα Αθήνα. Ξεκίνησα να δουλεύω σε εντελώς άσχετο τομέα με την ψυχολογία, στην εστίαση. Δούλεψα εκεί τρία χρόνια, σε μία πιτσαρία στην Κυψέλη. Έκανα ένα μεταπτυχιακό και τώρα δουλεύω σε μία οργάνωση, κυρίως ως streetworker, με την οποία ασχολούμαστε με άτομα που είναι σε κατάσταση δρόμου. Δεν ξέρω, θα ήθελες να πω κάτι άλλο για μένα περισσότερο;
Θέλεις να μου πεις πώς και διάλεξες ψυχολογία, τι ήταν το μεταπτυχιακό σου;
Λοιπόν, καλή ερώτηση, γιατί διάλεξα ψυχολογία, είχα κληθεί πρόσφατα να την απαντήσω, οπότε-. Νομίζω ότι, εντάξει, δεν πολύ ήξερα γιατί τη διάλεξα, εννοώ ότι, oκ, ήμουνα μία πάρα πολύ καλή μαθήτρια, οπότε κάπως είχα όλες τις επιλογές, κάπως επηρεασμένη αρκετά από το περιβάλλον, στόχευα έτσι και στις πιο υψηλόβαθμες και τα λοιπά. Κάπως με τον αποκλεισμό κατέληξα ότι μου άρεσε η ψυχολογία, αφενός γιατί δεν είχε κάτι πολύ περιοριστικό, όπως μου έμοιαζαν, ας πούμε, η φιλολογία που είχα επίσης στο μυαλό μου ή πολύ ξώφαλτσα η νομική σε κάποια φάση. Οπότε ένιωθα ότι είναι ένας πολύ ευρύς κλάδος. Οπότε ακόμα και επειδή δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω, κάποια στιγμή θα το έβρισκα, που όντως κάπως έτσι είναι εντωμεταξύ. Μετά, βέβαια, μία άλλη παράμετρος ήτανε ότι σίγουρα μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα του να πηγαίνω σε ψυχολόγο από μικρή. Δεν είχε υλοποιηθεί βέβαια, γιατί οι γονείς μου δεν είχαν την ίδια άποψη μ' εμένα, αλλά έτσι είχα νιώσει πολλές φορές την ανάγκη να πάω και τους ζητούσα. Οπότε κάπου στην εφηβεία μου το ένιωθα ότι θα ήθελα να είμαι αυτό το άτομο που εγώ αντίστοιχα είχα την ανάγκη να πάω σε κάποιον για να μιλήσω και να είναι εκεί, ας πούμε, όταν δεν σε καταλαβαίνει κάποιος άλλος ή ό,τι. Εντάξει, λίγο στην, κατά τη διάρκεια των σπουδών, μπορώ να πω ότι ματαιώθηκα, γιατί λίγο μπερδεύτηκα, πολλή θεωρία, πολύ από δω, πολύ από ‘κει, δεν είχα καταλάβει τι είναι ψυχολόγος, το είχα πάρα πολύ συνυφασμένο με το ψυχοθεραπευτικό κομμάτι. Μετά όντως πολλές οι διαδρομές, δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω, δεν πέρασα και πολύ καλά στα φοιτητικά μου χρόνια. Βέβαια, κάποια στιγμή που λίγο κατάφερα να ξεφύγω απ’ το πολύ εγωκεντρικό κομμάτι, είχα αρχίσει να ασχολούμαι λίγο για να… Με κάποιον τρόπο μπαίνεις στο τρυπάκι, όταν σπουδάζεις ψυχολογία, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή είναι πολύ θεωρητικούρα, δεν υπάρχει τόσο το πρακτικό κομμάτι, το εργαστηριακό και τα λοιπά, μπαίνεις λίγο σε μία διαδικασία, σε πρεσάρουν και από τη σχολή αρκετά, να κάνεις, να ξεκινήσεις με αυτό που λέμε εθελοντισμό, να δεις πράγματα, να μάθεις πράγματα και αυτά. Οπότε σε μία φάση που και εγώ το είχα ανάγκη να βγω λίγο από το εγώ μου και να δω πράγματα, είχα ξεκινήσει Θεσσαλονίκη, έχω περάσει από κάποιες ομάδες, ρε παιδί μου, έχω ασχοληθεί έτσι εθελοντικά, έχω περάσει από το προσφυγικό κάνοντας πρακτική εκεί ως streetworker. Και αυτό ήταν όντως κάτι που μου άρεσε, γενικά το streetwork σαν concept.
Έχεις κάποια εμπειρία από αυτό που θα ήθελες να μοιραστείς;
Εννοείς από όταν ήμουνα στο προσφυγικό; Η αλήθεια είναι ότι όταν εγώ έκανα streetwork στη Θεσσαλονίκη, το ‘18 νομίζω, ‘17 με ‘18, δεν είμαι σίγουρη, δεν ήταν η περίοδος που ερχόντουσαν όντως πολλοί πρόσφυγες και το streetwork ίσως με την έννοια που το έχουμε στο μυαλό μας έβγαζε πολύ νόημα, τουλάχιστον στα πλαίσια της οργάνωσης που το έκανα εγώ και στο, και ακριβώς στα μέρη στα οποία πηγαίναμε. Οπότε δεν συναντούσαμε κόσμο έξω. Ήταν πιο πολύ με οικογένειες που επισκεπτόντουσαν ήδη το κέντρο νεότητας, το οποίο ανήκει η ομάδα streetwork και εμείς πηγαίναμε στα σπίτια τους. Αλλά μέσα σε όλο αυτό, ακριβώς επειδή ήξερα κιόλας ότι δεν θα συμβεί το να πετυχαίνουμε random κόσμο που μόλις είχε έρθει, όπως πριν από το ‘15 ή ό,τι. Το πιο, αυτό που μου έρχεται, είναι όταν όντως μας πήραν από το πουθενά τηλέφωνο σε μία κλασική βάρδια, που ας πούμε περπατούσαμε και είχαμε μία επίσκεψη σε ένα σπίτι, να μας πουν ότι έχει φτάσει μία ομάδα περίπου πενήντα ατόμων απ’ τον Έβρο και ότι είναι στο ΚΤΕΛ, «Πάτε, να δείτε τι θα κάνετε». Εκεί ήτανε αυτό που, ρε παιδί μου, είναι όντως προς, μοιάζει πιο πολύ στην ιδέα του όντως γιατί κανείς street. Οπότε απλά πάμε εκεί, βλέπεις όντως στο ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης κυριολεκτικά στοιβαγμένους σε μία γωνιά πενήντα ανθρώπους, πολλά παιδάκια που βλέπεις δεν έχουν καταλάβει, έχουν μία εντελώς περίεργη άγνοια, ξέρω 'γω, το τι συμβαίνει και τα λοιπά. Και καλείστε και πάτε οι διάφορες οργανώσεις να κάνετε τι ουσιαστικά, να τους πείτε ότι: «Πρέπει να πάτε σε κάποιο camp», να δώσεις πληροφορίες, είναι αυτό, πας με αυτό το λεωφορείο. Το χειρότερο είναι ότι είχαμε πάει μαζί τους, για να συνειδητοποιήσουμε και εμείς ότι, ας πούμε, στο camp στον Λαγκαδά δεν υπήρχε περίπτωση να μπούνε μέσα. Δηλαδή, έστω και ότι ήξερες ότι έχεις έναν προορισμό και να μπεις έστω σε έναν περιορισμένο χώρο και να νιώθεις μία κάποια ασφάλεια ότι θα βάλεις εκεί μία σκηνή, δεν υπήρχε καν αυτό. Οπότε όλη αυτή η ματαιότητα, ότι εμείς μπαίναμε στη διαδικασία και νιώθαμε πολύ σίγουροι ότι έχουμε τουλάχιστον τις πληροφορίες στο πώς θα κινηθούν και τι θα κάνουν, να φτάσεις εκεί και να τους πεις: «Sorry, αλλά εδώ μας λένε ότι δεν μπορείτε να μπείτε μέσα». Και να ξέρεις ότι πρέπει να αφήσεις πόσες οικογένειες με παιδιά να είναι έξω από το camp, για όταν μπορέσουνε να μείνουνε. Και εσύ μετά απλά να γυρνάς σπίτι. Ναι, αυτό ήταν το πιο, τέτοιο που μου 'ρχεται, από εκείνη την περίοδο. Εντάξει, γενικά, μία, πολλή ματαιότητα το προσφυγικό και νομίζω ότι και στην πορεία ήτανε… Και μετά, επειδή έκανα και μια άλλη σύντομη διαδρομή στο προσφυγικό, χρόνια αργότερα, στην Αθήνα, που είχα πιάσει για πέντε ολόκληρες μέρες δουλειά σε μία ΜΚΟ ως caregiver στο camp της Μαλακάσας, νομίζω ήταν η χαριστική βολή που ήμουν σε φάση ότι: «Oκ, αυτό έχει πάρα πολλή ματαιότητα, εγώ πραγματικά δεν μπορώ να βρω τον ρόλο μου εδώ πέρα, κάπως δεν μπορώ να το διαχειριστώ». Δηλαδή το ότι: «Τι θα κάνεις ως ψυχολόγος σε ένα camp;». Εννοώ, καλείσαι να μάθεις στους ανθρώπους να υπομείνουνε; Να μπεις και εσύ σε μία διαδικασία ελέγχου; Δηλαδή, οκ, δεν ήμουν καν ως ψυχολόγος, ήμουν ως caregiver, αλλά το πώς το είχα εγώ στο μυαλό μου ότι θα πάω, ας πούμε, σε έναν ξενώνα ανηλίκων και ότι θα περάσω χρόνο με αυτά τα παιδιά; Ότι θα δούμε λίγο τις ανάγκες, ώστε κι εγώ να μπορέσω να τις μεταφέρω και τα λοιπά στην ομάδα; Ή ότι θα, ξέρω 'γώ, θα δούμε μία ταινία το βράδυ, πριν πέσουν για ύπνο; Θα πούμε μία κουβέντα; Δεν υπήρχε αυτό. Εννοώ ότι, πραγματικά, στα camp είναι απλά ότι πρέπει αρχικά να προσέχεις εσύ να τη βγάλεις καθαρή, ειδικά όταν μιλάς με παιδιά, αυτό σου μάθαιναν. Πρέπει να μην αφήσεις κάποιον να βγει έξω χωρίς να υπογράψει, πρέπει να μην αφήσεις άλλα μικρά παιδιά που δεν ήταν από τον ξενώνα, να μπουν μέσα, γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει, πρέπει να κοιτάς άμα θα πάρει ο καθένας τη μερίδα φαγητό που του αντιστοιχεί, γιατί ήταν μετρημένες, μία για τον καθένα, ή να μην παίξουν ξύλο μετά τα παιδιά, γιατί ποιος πήρε την άλλη. Να μην πηγαίνουν σχολείο… Δεν, δεν, εννοώ ότι, ναι, αυτό το προσφυγικό μου έχει αφήσει μία απίστευτη ματαιότητα, αν και δεν ασχολήθηκα στην πραγματικότητα καν τόσο καιρό όσο άλλα άτομα. Οπότε, ναι, για να επιστρέψω σε αυτό το ότι, τέλος πάντων, στα πλαίσια του εθελοντισμού και ότι λίγο να δω κάποια πράγματα και αυτά, έχω περάσει από το προσφυγικό, έχω περάσει από σύλλογο, ας πούμε, που ασχολείται με άτομα με ψυχικές, σοβαρές ψυχικές δυσκολίες, έχω περάσει από σύλλογο που επικεντρώνεται στην οροθετικότητα και σε ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα και τα λοιπά. Σε κάποια φάση είχα κουραστεί λίγο, είχα κουραστεί αρκετά με το ότι ένιωθα ότι ο εθελοντισμός δεν μου έβγαζε πολύ νόημα, γιατί συνήθως υπήρχα σε περιβάλλοντα στα οποία, εντάξει, βλέπεις αρκετά από την εκμετάλλευση για να βγούνε ώρες, βλέπεις ότι δεν υπάρχει μία επαρκή, καλά, όχι καν εκπαίδευση, υποστήριξη με κάποιο τρόπο. Κι όχι κάτι επίσημο, έστω να το νιώθεις από το κλίμα της εκάστοτε οργάνωσης που πας και τα λοιπά. Οπότε, κάποια στιγμή, το είχα, είχα πει: «Οκ, δεν ψήνομαι να συνεχίσω σε όλο αυτό» και ότι θα κάνω ξανά κάτι το οποίο όντως θα μου αρέσει.
[00:10:00]Και έτσι προέκυψε δηλαδή κάποια στιγμή, εντελώς από το πουθενά, η οργάνωση στην οποία είμαι τώρα εδώ και τρία χρόνια. Είχα ξεκινήσει εθελοντικά και πλέον, τον ενάμιση χρόνο, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο εργάζομαι κιόλας. Που ήρθε πραγματικά σε μία φάση που δεν έκανα κάτι, ξέρεις, ότι πρέπει να το κάνω γιατί, για να αποκτήσω εμπειρία, ή για να μάθω, ή γιατί πρέπει να κάνω κάτι. Ήρθε ότι όντως, είμαι οκ, κάνω το μεταπτυχιακό μου και αυτά και θα ξανασχοληθώ με κάτι που όντως μου αρέσει. Νομίζω το πιο σημαντικό για μένα σε εκείνη τη φάση ήταν να είναι κάτι στο οποίο μπορώ κάπως να έρθω κοντά με τα υπόλοιπα άτομα της ομάδας, κάπως να ταυτιστώ, δηλαδή, κάπως η ιδεολογία, οι αξίες, το ό,τι. Οπότε έτσι βρίσκομαι σε αυτήν την οργάνωση που εργάζομαι πλέον. Εντάξει, το μεγαλύτερο, ο κυριότερος πληθυσμός με τον οποίο ασχολείται είναι τα άτομα που έχουν προβλήματα εξάρτησης σε ψυχοδραστικές ουσίες, όχι μόνο βέβαια, αλλά αυτός είναι ο κυριότερος πληθυσμός. Υπάρχει και η σεξεργασία, υπάρχει προφανώς και το προσφυγικό. Οπότε, ναι, ξεκίνησα εκεί, μία φίλη, βασικά, μου πρότεινε την εν λόγω ομάδα ως κάτι που, επειδή ήξερε αρκετά τους προβληματισμούς μου σε σχέση με τον εθελοντισμό, ως κάτι: «Πήγαινε, δοκίμασέ το, πιστεύω, ξέρω 'γώ, θα σου αρέσει, γιατί δεν έχει αυτό, τόσο τυπικό, δεν έχει αυτό το τόσο στημένο και τα λοιπά». Και όντως έτσι ήτανε. Μου άρεσε πολύ και το streetwork που το είχα μάθει στην πρακτική μου ως έννοια, ψήθηκα αρκετά, ξεκίνησα. Στην αρχή θυμάμαι ότι, την πρώτη φορά που είχα βγει street, εντάξει, ήταν ένα μεσημέρι και είχα βγει με τον υπεύθυνο, ας πούμε, της οργάνωσης και τα λοιπά, δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από εκείνη τη βάρδια. Θυμάμαι απλά στο τέλος να με ρωτάει: «Πώς σου φάνηκε;» και εγώ να είμαι σε φάση: «Καλά, ξέρω 'γώ;». Και ένιωθα ότι έπρεπε να πω ότι κάπως έχω σοκαριστεί, ότι κάτι μου κίνησε τόσο. Και η αλήθεια είναι ότι δεν είχε γίνει αυτό, γι’ αυτό κιόλας δεν θυμάμαι πώς ήταν ακριβώς η πρώτη βάρδια. Εννοώ ότι ήταν κάτι που το έβλεπα. Γιατί, εντάξει, είμαι από τον Βόλο που, οκ, εκεί δεν παίζει ούτε πιάτσα, ούτε, ενώ υπάρχουν κάποιοι άστεγοι, υπάρχουν κάποιοι χρήστες, τους βλέπεις, συνήθως τους ξέρεις και με το όνομά τους, ξέρεις ακριβώς πού κάθονται και τα λοιπά, δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που βλέπεις στην Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη ψιλοϋπήρχε, το ψιλοέβλεπα, οπότε μου ήταν λίγο οικείο, όλη εκεί η φάση. Το έβλεπες και στο πανεπιστήμιο, το έβλεπες και στη Ροτόντα και τα λοιπά. Στην Αθήνα όταν ήρθα, το έβλεπα συνέχεια, γιατί έμενα Παγκράτι, δούλευα στην Κυψέλη, εντάξει. Έπαιρνα το βράδυ το λεωφορείο να γυρίσω σπίτι, στο νυχτερινό μπορεί να βαράει κάποιος δίπλα σου. Εννοώ ότι ήταν πολύ άμεσο, ήσουνα, γινόσουν κατευθείαν με κάποιον τρόπο μέρος σε όλο αυτό ή περνούσες από την ΑΣΟΕΕ τότε, το ‘18, ‘19 που είχα πρωτοέρθει και ήταν ακόμα γεμάτη πάνω στην Πατησίων. Έβλεπες κόσμο, έβλεπες τον χειμώνα άναβαν φωτιά να κάτσουν να ζεσταθούν, έβλεπες κόσμο γύρω απ’ το Πεδίον. Οπότε, σίγουρα ήταν έναν χρόνο πριν ενταχθώ σε αυτή την ομάδα, περνούσα και το έβλεπα. Οπότε δεν με σόκαρε, όταν ξεκίνησα το street, ήταν κάτι που το είχα δει. Πιο πολύ μου άρεσε το ότι επιτέλους κάπως, εντάξει, δεν θα το έβλεπα απλά, θα μπορούσα να κάνω κάτι σ’ αυτό. Ίσως πιο πολύ τότε είχα αρκετά, αρκετή αγωνία ότι: «Ωραία, και θα πάω εκεί και τι θα κάνω, τι πρέπει να κάνω;». Δεν τις εξέφρασα βέβαια αυτές τις αγωνίες, περίμενα μέχρι να το διαπιστώσω. Που κατάλαβα ότι αρχικά, εντάξει, εννοώ όταν πας σε μία ομάδα που ήδη υπάρχει με καθημερινή παρουσία, αρχικά δεν καλείσαι με κάποιον τρόπο να πας να συστηθείς, σε ξέρουνε. Οπότε σιγά, σιγά, ξέρουν την ομάδα, και σιγά σιγά θα μάθουν κι εσένα, ανάλογα με το πώς στέκεσαι σε αυτό. Οπότε μου έφυγε το αρχικό μου τέτοιο ότι: «Ωραία, και τι θα πάω να κάνω;». Και γενικότερα μετά συνειδητοποίησα ότι δεν χρειάζεται να κάνω κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που ήδη είχα κάνει με το να επιλέξω, ας πούμε, να βγαίνω έξω. Δηλαδή, εντάξει, για να γίνω πιο κατανοητή, ας πούμε, αυτό που κάνουμε, πρακτικά σαν ομάδα, είναι αρχικά η διανομή υλικού ασφαλούς χρήσης, κυρίως για την ενέσιμη, γιατί για την εισπνεόμενη δεν είναι εύκολη η πρόσβαση σε υλικό, προφυλακτικών, μετά αρκετά είδη υγιεινής, ειδικά επί καραντίνας, αντισηπτικά, μάσκες, το ό,τι. Συνεργασία με άλλη οργάνωση, με γιατρούς, οπότε παροχή πρώτων βοηθειών στον δρόμο, κατά τη διάρκεια των βαρδιών streetwork. Στη συνέχεια, δικηγόρους στον δρόμο, νομική υποστήριξη και τα λοιπά. Τέλος πάντων, αυτό έχει πάρει μία μορφή πλέον που, από το να είμαστε καθημερινά εκεί και να δίνουμε ένα kit, να λέμε ένα «Γεια, τι κάνεις;», ή ό,τι προκύψει. Έχει φτάσει και σε ένα σημείο αρκετά πιο συστηματικό, με το να μαζεύουμε αιτήματα σε φάση ότι: «Έχω αυτό το δικαστήριο, δεν θυμάμαι πότε», μπορεί ο δικηγόρος να πάρει μια εξουσιοδότηση να βρει πότε είναι το δικαστήριο, «Φοβάμαι να πάω όμως μόνος μου», ας πούμε, «στην αστυνομία για να βγάλω ταυτότητα που θα χρειαστεί να έχω για το δικαστήριο, δεν έχω επίσης και το παράβολο». Οπότε προέκυψε η ανάγκη να βρούμε έναν τρόπο να το καλύπτουμε αυτό. «Θέλω να πάω και στον οδοντίατρο, αλλά πρέπει να κλείσω ραντεβού στο 1535, δεν έχω κάρτα, δεν μπορώ να μπω στο internet, δεν έχω πρόσβαση σε internet», άρα να και κάτι ακόμα που δεν το ξέραμε, ότι, που δεν μπορείς να το φανταστείς, γιατί εσύ το έχεις πάρα πολύ απλό, οπότε… «Ναι, να, δώσε μου τα στοιχεία σου να σου κλείσουμε ραντεβού», αλλά «Φοβάμαι και να πάω, γιατί έχω πάει και με έχουν διώξει στο νοσοκομείο ή μου 'χουν πει ότι: "Τι μου ‘ρχεσαι και μου κλαίγεσαι; Εσύ φταις γι’ αυτό"». Οπότε να και μία ακόμη ανάγκη, να χρειαστεί να πας με κάποιον άνθρωπο στο νοσοκομείο, σε έναν ξενώνα, στον δήμο. Οπότε, ναι, να προκύπτει ότι χρειάζεται να πας εσύ μαζί με κάποιον για να διασφαλίσεις ότι θα έχει πρόσβαση σε αυτό που ήδη δικαιούται, αλλά πρέπει με κάποιον τρόπο να διασφαλιστεί, γιατί τελικά δεν είναι αυτονόητο. Οπότε, τέλος πάντων, η επαφή πια με τον κόσμο μπορεί να είναι από την πιο απλή, ότι κάποιος θέλει κάτι και έρχεται και στο ζητάει, πολύ ευθέως: «Θέλω να μου βγάλεις μία ταυτότητα». Μπορεί να είναι και άνθρωποι που θα τους ξέρουμε χρόνια και δεν έχουν, δεν θέλουνε, δεν θέλουν, δεν έχουν εκφράσει ποτέ την ανάγκη για κάτι. Εμείς δεν πρόκειται να πιέσουμε για κάτι, δηλαδή, ακριβώς αυτό είναι αυτό που κατάλαβα στην πορεία ότι… Οπότε ναι, αυτοί οι αρχικοί μου προβληματισμοί για το τι ακριβώς κάνω εγώ εκεί, είναι σε φάση ότι, κοίτα, είσαι εκεί, ξέρω 'γω, και είσαι διαθέσιμη. Δηλαδή αυτό χτίζεις με τον καιρό και με τον τρόπο που στέκεσαι μέσα σε όλο αυτό και με το αν, δηλαδή με το τι φέρεις και εσύ σε αυτό το πλαίσιο. Μία σχέση η οποία μπορεί να είναι τυπική, απλά μπορεί κάποιον να τον ξέρεις τρία χρόνια, να τον βλέπεις και να λες: «Γεια, τι κάνεις;», και να του δίνεις το kit και τίποτα παραπάνω, έως ότι μπορεί να προκύψει, να χρειαστεί να πάτε και μία συνοδεία και να περάσετε πολλά μαζί, που δεν τα περίμενες ούτε εσύ ότι θα τα περάσεις με κάποιο άτομο.
Όπως;
Όπως, για παράδειγμα, ήταν, είναι ένας πρόσφυγας από το Μπαγκλαντές, δεν έχει κάποια σχέση με την χρήση, τον είχαμε βρει κάπου γύρω στην Ομόνοια και είχε ακούσει για το πρόγραμμα και ότι έχουμε δικηγόρο. Οπότε μας είχε προσεγγίσει αρκετά στοχευμένα, γιατί ήθελε να δει τι θα κάνει με τα χαρτιά του και το άμα θα πάρει άσυλο και τα λοιπά. Ήταν σε διαδικασία ασύλου, δηλαδή του είχε οριστεί συνέντευξη και αυτά. Η δικιά μας η δικηγόρος του προγράμματος τον συμβούλεψε για το πώς, τι να πει στη συνέντευξη και λοιπά και λοιπά. Και εκεί προέκυψε, πάνω σε αυτά που θα έλεγε στη συνέντευξη, ότι έχει ένα πρόβλημα με την καρδιά, το οποίο του διαγνώστηκε όταν είχε πρωτοέρθει στην Ελλάδα, πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια. Και δούλευε στη Μανωλάδα και λιποθύμησε και τον πήγανε στο νοσοκομείο και διαπιστώθηκε ότι έχει πρόβλημα με τις βαλβίδες του, αρκετά σοβαρό. Το οποίο, δεν ξέρω, δεν το είχε καταλάβει ότι είναι σοβαρό; Εννοώ ότι, φαντάζομαι ότι και η γλώσσα θα ήταν, εγώ όπως τον γνωρίζω, καταλαβαίνει πολύ λίγα πράγματα. Στα νοσοκομεία δεν υπάρχουν διερμηνείς, προφανέστατα, οπότε δεν ξέρω τι του εξηγήθηκε και τα λοιπά. Οπότε μας το αναφέρει αυτό, ότι ήξερε ότι έχει κάτι με την καρδιά, θα το έλεγε στη συνέντευξη και κάπως προέκυψε ότι: «Μήπως να το δούμε κιόλας τότε, ξέρω 'γώ, μπορούμε να σου κλείσουμε ένα ραντεβού, έχεις ΠΑΑΥΠΑ;», που είναι το ΑΜΚΑ που έχουνε όσοι είναι αιτούντες άσυλο. Λέει: «Ναι», οπότε ξεκινάμε με το να κλείνουμε ένα ραντεβού σε καρδιολόγο, να κάνουμε και τη συνοδεία, ακριβώς για τον λόγο της διερμηνείας, παρ’ ότι ούτε εμείς έχουμε διερμηνείς, αλλά τουλάχιστον κάνουμε μία προσπάθεια λίγο πριν, Google translate, νοηματική, ό,τι, να καταλάβουμε λίγο, ώστε να πάμε στον γιατρό και να βοηθήσουμε λίγο την κατάσταση. Και αυτά που θα πει, μετά να μπορέσουμε εμείς να τα εξηγήσουμε κάπως, με κάποιον τρόπο, λίγο πιο καλά απ’ ό,τι ενδεχομένως αν θα πήγαινε μόνος του. Οπότε γίνεται η πρώτη επίσκεψη, μας λένε ότι όντως έχει σοβαρό θέμα με τις [00:20:00]βαλβίδες, χρειάζεται χειρουργείο ανοιχτής καρδιάς, να αλλαχθούν και οι δύο. Ξεκινάει μία διαδικασία εξετάσεων, εντάξει, δημόσιο νοσοκομείο, αυτό παίρνει αρκετό καιρό. Αφού έχει κάνει εξετάσεις, ψάχνουνε, τις ξαναπάμε στον ίδιο γιατρό που τον είχε εξετάσει για να δούμε τι θα γίνει και τα λοιπά, παίρνω ξανά τηλέφωνο να κλείσω ραντεβού, ζητάω το συγκεκριμένο γιατρό, μου λένε: «Πρώτον, έχει φύγει, δεύτερον, αναστέλλεται η λειτουργία της καρδιοχειρουργικής στο συγκεκριμένο νοσοκομείο λόγω covid». «Τι να κάνω;», τους λέω εγώ τώρα. Εννοώ ότι τον είχε δει, είχαμε πει ότι χρειάζεται χειρουργείο, είχε πάρει μία κάποια σειρά. Μου λένε: «Δοκίμασε το άλλο νοσοκομείο που έχει και αυτό μία καλή καρδιοχειρουργική». Τέλος πάντων, παίρνω και στο άλλο, και σε αυτό είχε ανασταλεί η λειτουργία λόγω covid, παίρνω και σε τρίτο, και σε αυτό τα ίδια. Από το 1535 σου δίνανε ραντεβού για έξι μήνες μετά, μία τέτοια κατάσταση. Και έχουμε φτάσει όλοι σε ένα σημείο ότι: «Τι θα κάνουμε;». Είναι τριάντα χρονών, δουλεύει λάντζα, εννοώ, χρειάζεται και αρκετά το σωματικό, καταπονείται σωματικά και έχει ένα τέτοιο πρόβλημα, «Τι θα κάνουμε;». Του κλείνουμε ραντεβού στο όποιο διαθέσιμο ξανά νοσοκομείο, σε ένα κέντρο υγείας τέλος πάντων, υπήρχε ένα διαθέσιμο, μπας και ξεκινήσει κάπως από κει. Μας λένε πια ότι το ΠΑΑΥΠΑ του δεν τον καλύπτει, όχι δεν τον καλύπτει, τον καλύπτει για μία επίσκεψη, δεν τον καλύπτει για εγχείρηση όμως. Οπότε κινητοποιούμαστε ως ατομικότητες πλέον, να λειτουργήσουμε με τον γνωστό τρόπο, να βρεις κάποιον γνωστό, ρωτήστε γνωστούς, και κάτι να γίνει. Και κάπως έτσι, τέλος πάντων, βρεθήκαμε εδώ, από γνωστό γνωστού, σε ένα άλλο νοσοκομείο. Του εξηγήσαμε την κατάσταση, τον τάδε καρδιοχειρούργο. Ήξερε πολύ καλά ότι υπάρχει θέμα με την ασφάλιση και ότι δεν μπορεί να καλυφθεί αυτή η εγχείρηση. Παρόλα αυτά έδειξε μία κάποια ευαισθητοποίηση και είπε ότι: «Θα μιλήσω με τον τάδε στο άλλο νοσοκομείο που μπορεί να τον αναλάβει, πηγαίνετε συστημένα». Οπότε μη στα πολυλογώ, κάπως έτσι κατέληξε αυτός ο άνθρωπος να κάνει την εγχείρηση αυτή, με πολλές, με πολύ καιρό να έχει μεσολαβήσει, πολλές εξετάσεις, πολύ αυτό, πολύ εκείνο. Να μας παίρνει ξαφνικά τηλέφωνο: «Ελάτε, θα γίνει αύριο η εγχείρηση», ενώ, ας πούμε, ήταν προγραμματισμένο για τον Αύγουστο, κάποια στιγμή τέλος Ιουνίου. Εκείνος ξαφνικά να σοκάρεται, γιατί ήταν σε φάση:: «Έχω τη δουλειά μου, τι θα κάνω; Μπορείς να πάρεις τον εργοδότη να εξηγήσεις;». Γιατί υπάρχει και όλος αυτός ο φόβος, προφανώς, γύρω από αυτό, ειδικά όταν είσαι πρόσφυγας. Ο φόβος για τα μεροκάματα που θα χαθούνε και χωρίς ασφάλιση για να πάρει το επίδομα. Εντάξει, ήταν πολύ συγκινητικό μέσα σε όλο αυτό ότι αυτοί ήτανε όλοι μία παρέα, εντωμεταξύ οι μισοί ήταν ξαδέρφια, τέλος πάντων, που είχαν έρθει όλοι μαζί από το Μπαγκλαντές. Στο μεταξύ, αυτός ήταν ο μόνος που είχε πάρει άσυλο και λόγω του προβλήματος, ενώ όλοι οι άλλοι είχαν απορριφθεί. Παρόλα αυτά, πέρα από το γεγονός ότι πάντα ερχόταν κάποιος μαζί του για συμπαράσταση, εκτός από τα άτομα της ομάδας που κάνανε τις συνοδείες στο νοσοκομείο. Όσο καιρό ήτανε στο νοσοκομείο και έπρεπε μετά να κάτσει έναν μήνα εκτός, κάνανε τις βάρδιές του και του δίνανε τα λεφτά. Και, τέλος πάντων, αυτό ήτανε αρκετά συγκινητικό. Αλλά είναι αυτό, πώς ξαφνικά, ξέρω 'γώ, είναι ένα απόγευμα που δεν έχεις κανονίσει κάτι να κάνεις, ξέρεις ότι θα τελείωνε και καλά το ωράριο σου 8 η ώρα και σε παίρνουν τηλέφωνο και σου λένε: «Ελάτε να κάνουμε μία εγχείρηση» και πρέπει να είσαι δίπλα σε έναν άνθρωπο που όντως θα κάνει μία τέτοια σοβαρή εγχείρηση και χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι του λένε οι τριγύρω του. Χωρίς, κι εσύ χωρίς να μπορείς όντως με τη γλώσσα, τεχνικά, να μπεις σε λεπτομέρειες, και να προσπαθείς με όποιον τρόπο να μένεις δίπλα του, ξαφνικά να βρίσκεσαι εκεί και να λες ότι: «Τουλάχιστον, να, κάπου φτάνεις τελικά με όλο αυτό». Ναι, αυτό, ας πούμε, είναι κάτι που θα μου μείνει, το να μοιραστείς με έναν άνθρωπο που τον γνώρισες απλά μία μέρα στην Ομόνοια, το να κάνει ένα τόσο σημαντικό χειρουργείο, να βγαίνει από αυτό, να είναι καλά και λίγο πριν μπει, ξέρω 'γώ, να πίνετε έναν βιαστικό καφέ στο κυλικείο του νοσοκομείου και να τον βλέπεις πόσο αγχωμένος είναι και εσύ να είσαι, να προσπαθείς να είσαι δίπλα του σε όλο αυτό. Ναι, ειδικά με, επειδή στην πιάτσα δεν έχεις τόσο χρόνο, είναι πάρα πολύ στρεσογόνο το περιβάλλον, καλείσαι να κάνεις πολλά πράγματα, πρέπει να είσαι αρκετά συγκεντρωμένος για την ομάδα σου και τα λοιπά, γιατί, εντάξει, δεν είναι όλα τόσο απλά, ούτε τόσο εύκολα πάντα, δεν έχεις τόσο πολύ τον χρόνο. Με τις συνοδείες όμως, που προκύπτουν κάπως μέσα σε όλο αυτό, έχεις πάρα πολύ χρόνο να περάσεις μαζί με κάποια άτομα που… Και τελικά να έρθεις πολύ κοντά με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο. Βέβαια, πολλές φορές, μέσα σε όλο αυτό, σου συμβαίνει να αναρωτιέσαι και το ότι πας με έναν άνθρωπο σε ένα νοσοκομείο, αλλά τελικά θέλει να είναι; Το πιέζεις εσύ αρκετά; Και εδώ μου ‘ρχεται ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα, πάλι ενός ανθρώπου που είχαμε γνωρίσει στον δρόμο, σε μία πλατεία κάπου στο Μεταξουργείο, τέλος πάντων. Άστεγος, χωρίς να έχει σχέση ούτε αυτός με χρήση, πάλι αναγνωρισμένος πρόσφυγας, τον οποίο, όταν τον γνωρίσαμε εμείς, πριν από τρία χρόνια, από την αρχή τον θυμάμαι, φαινόταν, ήταν πολύ δύσκολη η επικοινωνία μαζί του, είναι πάρα πολύ δύσκολη. Γιατί, και λόγω γλώσσας και λόγω ότι φαινόταν ότι έχει κάποιο πρόβλημα, είχε σίγουρα κινητικό, φαινότανε, νευρολογικό μας φαινόταν επίσης, ενδεχομένως νοητικό, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Πολύ δύσκολη η επικοινωνία, πάρα πολύ χαμογελαστός άνθρωπος, κοιμόταν σε ένα παγκάκι σε αυτήν την, έξω από αυτή την εκκλησία, σε αυτή την πλατεία. Και ερχόταν και έπαιρνε φαγητό που τρεις φορές την εβδομάδα μοιράζουμε. Όταν ξεκινήσαμε το project και με τη δικηγόρο, είχε επιτέλους ένα νόημα να μπορέσουμε κάπως να ασχοληθούμε και περισσότερο, λίγο να δούμε τι γίνεται με αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί είναι εκεί; Χρειάζεται κάτι; Μπορούμε να κάνουμε κάτι; Από αυτό που καταλάβαμε, σίγουρα είχε θέμα με τα χαρτιά και ήθελε να τον βοηθήσουμε. Είχε χάσει, βασικά τον είχαν κλέψει για ακόμα μία φορά, έπρεπε να γίνουν ξανά πολλές διαδικασίες με το να βγάλει διαβατήριο. Δεν πάει και αρκετά εύκολα όλο αυτό, όταν μπλέκεις με το Αλλοδαπών και τις υπηρεσίες ασύλου, είναι αρκετά χρονοβόρα. Να βγάλει κάποιο επίδομα, αναγνωρισμένος πρόσφυγας, δικαιούται και το ΚΕΑ, πιθανόν και το ΚΕΠΑ, λόγω της κατάστασης της υγείας του. Οπότε ξεκινήσαμε λίγο με μικρά βήματα, έπαιρνε αρκετό καιρό όλο αυτό, και από τον ίδιο, ήταν αρκετά δύσκολο να τον βρούμε. Ήταν συνεπής, αλλά πολλές φορές λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε, δεν μπορούσε να ήταν στα ραντεβού. Γενικά αυτό είναι κάτι πολύ συνηθισμένο με πολλά από τα άτομα με τα οποία δουλεύουμε. Αφού, τέλος πάντων, ξεμπέρδεψε με τα χαρτιά του και τα λοιπά, κατάφερε να βγάλει και το ΚΕΑ. Αυτό μας πήρε σίγουρα ενάμιση χρόνο, όλες οι διαδικασίες. Τον, προσπαθήσαμε να μάθουμε μέσα σε όλο αυτό και να καταλάβουμε σε σχέση με το πρόβλημα που έχει, αν ξέρει τι είναι, πώς προέκυψε, και τα λοιπά. Μέσα σ’ αυτό μάθαμε ότι αυτά τα προβλήματα με την κίνηση, με την ομιλία και τα λοιπά, προέκυψαν από ένα χτύπημα, κάπου στο ‘13. Μας είπε ότι κάποιοι φασίστες, όπως τους είπε, τον χτυπήσανε στην πλατεία που ήτανε. Εντάξει, εικάζουμε ότι, επειδή ήταν το ‘13, ήταν τα γνωστά τάγματα εφόδου και τα λοιπά. Είχε πάει, είχε κάνει καταγγελία, είχε νοσηλευτεί, είχε βγει. Μετά είναι λίγο θολό το γιατί δεν συνέχισε και τα λοιπά, δεν. Εννοώ, δεν συνέχισε κάτι σε σχέση με την αποκατάστασή του, σε σχέση με το πρόβλημα. Ξέρουμε ότι από 'κει και πέρα απλά έμενε σε αυτή την πλατεία, υπήρχαν κάποιες γιαγιάδες εκεί κοντά που τον βοηθούσανε, υπήρχαν όμως και ένα σωρό άτομα που τον εκμεταλλευόντουσαν και τον χτυπούσαν, τον κλέβανε και τα λοιπά. Οπότε μπήκαμε σε μία διαδικασία ότι κάτι πρέπει να γίνει, ότι αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να μένει εκεί, ότι… Πώς θα ξεκινήσουμε, τον ρωτήσαμε: «Θέλεις να μείνεις σε έναν ξενώνα;», «Δεν θέλω», «Γιατί;», «Γιατί έχει πολύ θόρυβο, μένεις με άλλους, δεν μπορώ τόσο θόρυβο». Προφανώς δεν επιμείναμε, κάτι θα ήξερε και ήθελε να μείνει έξω. Τουλάχιστον του είπαμε: «Θέλεις να πάμε σε γιατρό και τα λοιπά, να προσπαθήσουμε να πάρεις κάποια χρήματα που δικαιούσαι από τη στιγμή που έχεις ένα τέτοιο πρόβλημα με την κίνηση και τα λοιπά;», μας είπε: «Ναι». Εδώ μάλλον δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό, πώς μεταφράζεται αυτό στο Ελληνικό Δημόσιο. Γιατί, για να καταλήξεις να πάρεις το ΚΕΠΑ, πρέπει να περάσεις από δημόσια νοσοκομεία, διαγνώσεις, επιτροπές και τα λοιπά. Ξεκινήσαμε από τα απλά, να πάμε σε κάποιο νοσοκομείο με random ραντεβού που κλείνεις μέσω του 1535. Xρειαζόντουσαν να γίνουν πολλές εξετάσεις, αξονικές, μαγνητικές, ήταν πολύ δύσκολο να τoυ το επικοινωνήσουμε αυτό. Πολύ φοβισμένος, στα μισά ραντεβού δεν ερχόταν. Αυτό ήταν μία ένδειξη, γιατί στα υπόλοιπα ερχόταν, αλλά σε αυτά που ήταν με ιατρικά, κάπως βλέπαμε ότι σε αυτά δεν πολυερχότανε. Μία το αφήναμε και εμείς, έληγαν τα παραπεμπτικά, έπρεπε να ξαναγίνουν πάλι από την αρχή. Κάποια στιγμή που το συζητούσαμε, γιατί για 'μας ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που τον βλέπουμε κάθε μέρα και θέλαμε να δούμε τι, πού μπορούμε να το φτάσουμε. Αποφασίσαμε να τον πάμε σε μία [00:30:00]εφημερία, έχοντας μιλήσει, πάλι χρησιμοποιώντας τη γνωστή δίοδο, με κάποιο μέσο, να μας περιμένει κάποιος σ’ αυτό το νοσοκομείο. Τέλος πάντων, αφού βρήκαμε αυτόν τον γνωστό που θα μας παρέπεμπτε στον εκάστοτε γιατρό που θα ήταν σε βάρδια εκείνη τη μέρα, τον ρωτήσαμε άμα θέλει να πάμε σε νοσοκομείο, φροντίσαμε να βρούμε και διερμηνέα και να κάνουμε μία πιο ολοκληρωμένη προσπάθεια. Είχα πάει σε αυτή τη συνοδεία εγώ μαζί με διερμηνέα και ένα άλλο άτομο από την ομάδα. Είχε χρειαστεί να κάτσουμε πάρα πολλές ώρες, δηλαδή παρ’ ότι είχαμε γνωστό, παρ’ όλα αυτά έπρεπε να κάτσουμε πάρα πολλές ώρες, φαινόταν ότι του ήταν πάρα πολύ βάρβαρο, ήθελε συνέχεια να βγει έξω να καπνίζει. Είχε πολλές φωνές, επειδή ήτανε εφημερία, είχε επείγοντα και τα λοιπά, φαινόταν πάρα πολύ ταραγμένος, δεν ήτανε ο γλυκομίλητος άνθρωπος που συνηθίζαμε να βλέπουμε κάθε μέρα έξω, φαινόταν να ζορίζεται πάρα πολύ. Περνούσαν οι ώρες, είχε κάνει κάποιες πρώτες εξετάσεις, έπρεπε να κάνει κι άλλες, κάποια στιγμή μας οδηγούν, μετά από οκτώ, εννιά ώρες, στο δωμάτιο στο οποίο θα έμενε. Εντωμεταξύ, κατευθείαν οι υπόλοιποι που ήταν, είχε άλλες, τρία άτομα στο δωμάτιο, οι συγγενείς των ατόμων δεν είχαν χαρεί καθόλου με αυτή την καινούρια άφιξη. Το οποίο, δηλαδή εκείνη την ώρα το βίωνα πάρα πολύ άσχημα, είχα θυμώσει πάρα πολύ. Προσπαθούσα απλά να μην το χειροτερέψω, γιατί ήξερα ότι εγώ θα φύγω και εκείνος θα μείνει. Οπότε ήμουνα σε φάση, προσπάθησα κάπως να το διαπραγματευτώ με τη νοσηλεύτρια, ότι: «Θα είναι οκ; Γιατί νιώθω ότι δεν χαίρονται πάρα πολύ που είναι, που θα έρθει να μείνει σε αυτό το κρεβάτι». Με το που μπήκε στο δωμάτιο και κατάλαβε εκεί ότι πρέπει να μείνει, άρχισε να κλαίει. Είχε σοκαριστεί πάρα πολύ. Ο διερμηνέας του μιλούσε, τον ρωτούσε γιατί, του έλεγε ότι: «Φοβάμαι, φοβάμαι, θέλω να γυρίσω πίσω, θέλω να πάω στον Άγιο Γεώργιο». «Θα μείνουμε και εμείς για κάποιες ώρες, θα ερχόμαστε, θα σε βοηθήσει κάποια στιγμή να πάρεις αυτά τα λεφτά, μπας και μείνεις σ' ένα σπίτι». «Ναι, θέλω να το κάνω όλο αυτό, αλλά φοβάμαι, εγώ δεν μένω εδώ μέσα». Εγώ ένιωθα πάρα πολύ ότι έπρεπε να μείνει, για το δικό του καλό, αλλά, από την άλλη, δεν μπορούσα να βλέπω ότι κλαίει και ήμουν σε φάση: «Ωραία, εγώ γιατί το σκέφτομαι ότι πρέπει να μείνει άρα; Αφού το έχει καταλάβει, τώρα ήμουν σίγουρη ότι το καταλάβαινε με τον διερμηνέα, ό,τι υπονοούνταν. Άρα, αφού δεν θέλει, οκ, πάμε να φύγουμε». Μπήκαμε σε ένα ταξί άρον-άρον, εντωμεταξύ είχα πει, ξέρω 'γω, στο ταξί: «Αφήστε μας πλατεία Βάθη». Με το που φτάνουμε κοντά σε ένα στενό που αντιλαμβάνεται ότι είναι κοντά σε αυτήν την πλατεία που έμενε και του αρέσει, απλά φωνάζει στον ταξιτζή: «Εδώ, εδώ, εδώ, άφησέ με». Είχε γαληνέψει όλη του η έκφραση, ήταν, απλά είδα ότι ήταν ευτυχισμένος που θα γυρνούσε να κάτσει στο παγκάκι που είχε μάθει, να πιεί τον καφέ του, την μπίρα του, να κάνει το τσιγάρο του. Μας είπε συγνώμη και πραγματικά είχε νιώσει απίστευτη ευτυχία που θα γυρνούσε εκεί και δεν θα έμενε στο νοσοκομείο. Δεν ξέρω, ακόμα με προβληματίζει. Δεν έχουμε πιέσει περαιτέρω, δηλαδή, του έχουμε ξανακάνει μία κουβέντα, αλλά δεν έχουμε πιέσει. Αυτό είναι που, ναι, με προβληματίζει πάρα πολύ. Όταν νιώθεις εσύ ότι κάποιος είναι πάρα πολύ ευάλωτος και το βλέπεις, φαίνεται έμπρακτα ότι, πριν από κάποιους μήνες του είχαν σπάσει τα δόντια μία παρέα από δεκαπεντάχρονα και του πήραν την μπανάνα. Αλλά σου λέει ότι: «Εγώ δεν μπορώ να μπω σε νοσοκομείο». Μένει σε έναν ξενώνα, μπήκε λόγω του κρύου τότε και τελικά κάπως βολεύτηκε και έμεινε, παρότι στην αρχή ήταν σε άρνηση. Παρ’ όλα αυτά, και από τον ξενώνα δεν μπορούν να το διαχειριστούνε, ισχυρίζονται ότι δεν είναι λειτουργικός, δεν είναι αυτοεξυπηρετούμενος. Εμείς σκεφτόμαστε ότι μπορεί κάποια στιγμή να γίνει μία ακούσια. Όπως και, όταν τον είχαμε πάει στην εφημερία, ήταν πολύ πιθανό να γίνει ακούσια, δηλαδή νευρολόγος μας το είχε πει, ότι μπορεί να χρειαστεί να πάει σε ψυχιατρική. Δεν ξέρω. Εννοώ ότι, θυμάμαι, όταν είχα γυρίσει εκείνη την μέρα, είναι από αυτά που κουβαλάς στο σπίτι, από αυτά που δεν μπορείς να το αφήσεις. Βέβαια, μου έχει μείνει το, όταν είδα αυτή τη γαλήνη, ως κάτι ανακουφιστικό και για μένα, παρότι είχα όλο αυτό το ότι, που ένιωθα ότι πρέπει. Ναι, τι να πω, δεν ξέρω, θες να μου κάνεις καμία ερώτηση;
Εγώ θα ήθελα να σε ρωτήσω πώς διαχειρίζεσαι αυτές τις καταστάσεις, μετά από αυτό που είπες ότι, ξέρεις, είναι απ’ τα πράγματα που παίρνεις στο σπίτι.
Κοίτα, γενικά, είναι πολύ συνηθισμένο το να με ρωτήσει κάποιος: «Πώς αντέχεις;». Είναι μία εύλογη απορία, θεωρώ κι εγώ μάλλον θα την έκανα σε κάποιον. Είναι κάποιες φορές που… Βασικά είναι πολύ περίεργο γιατί, όταν είσαι τρία χρόνια εκεί… Κοίτα, γενικά, με κάποιον τρόπο αντέχεις. Δεν μπορώ να σου πω ποιος είναι απαραίτητα αυτός. Σίγουρα, αυτό που παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο, είναι όντως το πλαίσιο που, το δικό σας πλαίσιο, δηλαδή αυτό στο οποίο εργάζεσαι, το να μοιράζεστε με τους συναδέλφους σου, με τους άλλους ανθρώπους που αποτελούν την ομάδα, γιατί σε μεγάλη βάση υπάρχει, υπάρχουν πολλοί εθελοντές, δεν είμαστε μόνο εργαζόμενοι. Το ότι μπορείς να μοιραστείς πάρα πολύ ανοιχτά αυτούς τους προβληματισμούς και ότι βλέπεις αντίστοιχα ότι συμμερίζονται και αυτά που νιώθεις και ότι είναι πάνω κάτω αρκετά κοντά στο αξιακό σου σύστημα. Δηλαδή, ας πούμε, εγώ δεν θα άντεχα να ήμουν σε μία οργάνωση που θα μου έλεγε ότι πρέπει να του κάνουμε ακούσια, ας πούμε, αυτού του ανθρώπου, επειδή δεν αυτοεξυπηρετείται και ότι θα μείνει στον δρόμο και απλά κάποια στιγμή θα τον, θα του κάνουν το ό,τι. Πάρα πολύ εύκολα θα του το κάνουν αυτό σε οποιαδήποτε άλλη δομή δεν θεωρούνταν εξυπηρετούμενος. Με βοηθάει δηλαδή πάρα πολύ αυτό, ότι σε αρκετά βασικά πράγματα υπάρχει μία κοινή ιδεολογία. Με βοηθάει πάρα πολύ επίσης το ότι μοιραζόμαστε πολλά πράγματα. Πέρα από το ότι, οκ, εντάξει, ναι, έχουμε και το τυπικό κομμάτι της εποπτείας και τα λοιπά, αλλά με αρκετά από τα άτομα αυτής της ομάδας, επειδή έχω προσωπικές σχέσεις, φιλικές, είναι κάτι που, ναι μεν το παίρνω μαζί μου, αλλά δεν το έχω μόνη μου, δηλαδή το 'χω με τη συγκάτοικό μου, ας πούμε, που κάνουμε την ίδια δουλειά. Αυτό, με έναν τρόπο νιώθω ότι μας απαλύνει, ας πούμε, και τις δύο, ότι, ναι, το παίρνουμε σπίτι, το συζητάμε και την ώρα που θα μαγειρέψουμε, ας πούμε, και λίγο πριν κοιμηθούμε. Αλλά το ότι μοιραζόμαστε σίγουρα μας κάνει καλό. Είναι κάποιες φορές που δεν αντέχεις. Είναι κάποιες φορές που επίσης χτίζεις πάρα πολλές άμυνες και οριακά σε ανησυχεί κιόλας, δηλαδή αυτό το ότι είναι κάποια πράγματα που συνειδητοποιείς ότι πια μπορεί να μη σε σοκάρουνε. Και να είσαι σε φάση, και αυτό το καταλαβαίνεις όταν, ας πούμε, είσαι έξω στον δρόμο, βλέπεις ακόμη μία σκηνή βίας μπροστά σου. Είναι κάτι που ξέρεις σε σοκάρει γενικά, σε έχει ξανασοκάρει, αλλά στη συγκεκριμένη βάρδια δεν σε σόκαρε και αντιλαμβάνεσαι που σου λέει το άλλο άτομο, που είναι καινούργιο στην ομάδα, ότι: «Εμείς τι θα κάνουμε γι’ αυτό;», κι εσύ είσαι σε φάση: «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, αυτό γίνεται κάθε μέρα». Π.χ. αναφέρομαι τώρα σε ένα περιστατικό με την αστυνομία που ήθελε, τέλος πάντων, θέλαν να συλλάβουν κάποιον στην πιάτσα, δεν ήταν απλά ψαχτική, θέλανε απλά να συλλάβουν το συγκεκριμένο άτομο και ο τρόπος σύλληψης δεν ήταν αυτός που ήταν ο νόμιμος, ας πούμε, ούτε καν, ξέρω 'γω, να φέρουν περιπολικό και τα λοιπά. Ήταν με τις μηχανές, τον περικυκλώσανε, του βάλανε την τσάντα, του την κρεμάσανε στον λαιμό, ένα βαρύ σακίδιο, ξέρω 'γω, τον σπρώχνουν, το ένα, το άλλο, και τον μεταφέρουν με το μηχανάκι, τον έχουνε στριμώξει ανάμεσα στα δύο μηχανάκια και πηγαίνοντας σημειωτόν σχεδόν, να τον μεταφέρουν μέχρι ένα σημείο που ήρθε το περιπολικό. Στο οποίο, εγώ μόλις το είδα, ας πούμε, και όντας κάπως υπεύθυνη βάρδιας, εκείνη την ώρα δεν με συγκίνησε, ειδικά με την αστυνομία το βλέπω κάθε μέρα. Δηλαδή προσπαθούσα να σκεφτώ μετά το γιατί. Ήταν ένα άλλο άτομο, μόλις είχε έρθει στην ομάδα, σε φάση: «Τι θα κάνουμε εμείς γι’ αυτό;» και εγώ ήμουν κατευθείαν πολύ ματαιωμένη, «Τι να κάνουμε; Να πάμε να τους πούμε τι; Να πάμε στο 4ο; Μπορούμε να πάμε και να ζητήσουμε να μπούμε μέσα, δεν θα μας αφήσουν καν. Να πάρουμε την πινακίδα να καταγγείλουμε πού; Στο 4ο, στην Ομόνοια; Δηλαδή τι; Ότι τον σπρώξανε και του κρεμάσανε την τσάντα;». Μετά με είχε προβληματίσει αρκετά εκείνο το βράδυ, ας πούμε, ότι όντως γιατί εμένα δεν με σόκαρε καθόλου; Δεν, μάλλον είναι, μάλλον είναι αναμενόμενο, δεν ξέρω, αν το βλέπεις κάθε μέρα. Οπότε, ναι, εντάξει, σε γενικές γραμμές απλά θα έλεγα ότι είναι πολύ περίεργο, γιατί υπάρχουν πάρα πολύ έντονα συναισθήματα, αλλά με κάποιον τρόπο εναλλάσσονται, δηλαδή μπορεί να περνάς από το θυμό, σε στεναχώρια, στη ματαιότητα. Μπορεί να υπάρχει πραγματικά κάτι τόσο σουρεάλ μέσα σε όλο αυτό, κάτι που, ρε παιδί μου, να γελάσεις και κάπως να το μοιραστείς και με το άτομο που είναι έξω, δεν είναι ότι κάθομαι εγώ και γελάω με αυτό. Υπάρχει μέσα σε όλο αυτό κάτι τόσο ζωντανό και υπάρχεις μέσα, σαν να είναι η φυσική σου καθημερινότητα, που πια δεν γίνεται σε φάση: «Πώς θα το αφήσω αυτό πίσω μου, πάω σπίτι, πώς θα το αφήσω;». Δεν ξέρω πώς να σ' το εξηγήσω, σαν να ρέει με έναν τρόπο, να εναλλάσσονται συναισθήματα, κάπως να βρίσκω μία ισορροπία κάποια στιγμή σε αυτό. Ναι, δηλαδή, δεν ξέρω, ας πούμε, πέρα από τα, όλα τα άσχημα, έχω περάσει και πολύ ωραίες στιγμές, ειδικά σε συνοδείες, ξέρω 'γω, σουρεαλιστικά πράγματα. Ξέρω 'γώ, να περιμένεις… [00:40:00]Μια κοπέλα που της είχαμε δώσει ραντεβού για ταυτότητα έξω από την Ομόνοια, να είσαι σίγουρη ότι δεν θα 'ρθει, γιατί ήταν η τρίτη φορά που της έδινες ραντεβού, γιατί στα άλλα δύο είχε στήσει, να είσαι έτοιμη να φύγεις και την ώρα που πας να φύγεις, να την ακούς από απέναντι να σου φωνάζει και να βγαίνει με χειροπέδες από το τμήμα, μόλις την άφηναν έξω, και να φωνάζει: «Έλα, έλα, ήρθα για την ταυτότητα» και μου λέει, ξέρω 'γώ, «Εντωμεταξύ πάλι καλά που με συλλάβανε χθες το βράδυ, αλλιώς δεν θα το θυμόμουν ποτέ να έρθω». Και έτσι να ανεβαίνεις πάνω και να βγάζεις και την ταυτότητα, μόλις την είχαν αφήσει. Και αυτό είχε γίνει πριν από δύο χρόνια. Ακόμα και σήμερα που με βλέπει, μου λέει συνέχεια: «Θυμάσαι εκείνη τη μέρα που είχαμε πάει για την ταυτότητα; Τι ωραία» και γελάει, ξέρω 'γώ. Έχει, έχει κάτι πολύ απλό ή καθημερινό. Μπορεί, ξέρω 'γω, τις προάλλες, μιλούσα με έναν, κάναμε κόντρα ποιος έχει πάει πιο πολλές φορές στον Θανάση. Οπότε κάπως όλο αυτό έρχεται και στο απαλύνει με έναν τρόπο. Νομίζω ότι αυτό που δεν, το χειρότερο είναι αυτό που δεν μπορείς να κάνεις. Δηλαδή, ο θυμός που όντως σου βγαίνει με την αστυνομία, με τις υπηρεσίες. Ναι, αυτό, ας πούμε, είναι κάτι που δεν μπορώ να το διαχειριστώ με κάποιον τρόπο. Γιατί, ρε φίλε, δεν μπορείς, το βλέπεις συνέχεια, έχουνε εντατικοποιηθεί πάρα πολύ, αρχικά, πάρα πολύ. Γίνεται συνέχεια το ίδιο πράγμα, απλά είσαι έξω, συνέχεια, περιπολικά, ασφαλίτες, έρχονται, πουλάνε μαγκιά για το τίποτα, οριακά κι εμάς δεν μας αφήνουν ώρες ώρες, μας έχουν πει ότι θα μας φέρουν την κλούβα να μας μαζέψουνε, εξακρίβωση, σ' εμάς, επειδή: «Εσείς τους μαζεύετε, τι είστε εσείς; Έχουμε ακούσει για 'σας ότι κάνετε αυτό, κάνετε εκείνο και υπάρχουν καταγγελίες», και το ένα και το άλλο. Αρκετές μαρτυρίες για το ότι πάνε και τους αφήνουνε στα Μέγαρα, με την κλούβα, για να έχουν κάποιες ώρες να γυρίσουν, οπότε να μείνει καθαρό για κάποιες ώρες το κέντρο στο Σούνιο. Ειδικά με το προσφυγικό, τον τελευταίο καιρό, ήταν που ήταν πάντα, τώρα τελευταία ανακαλούνε φουλ ακόμα και άδειες διαμονής που είχαν δώσει κανονικότατα. Και τις ανακαλούν, γιατί υπάρχει κάτι ποινικό. Κι ας πούμε, αυτό που μου έρχεται στο μυαλό, είναι ένας άνθρωπος απ’ το Σουδάν, πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, τριάντα χρόνια, πολιτικός πρόσφυγας, είχε αναγνωριστεί και τα λοιπά και τα λοιπά. Του αρέσει πάρα πολύ η ρέγκε, δούλευε σε πολύ γνωστό μαγαζί ως DJ χρόνια και τα λοιπά. Τέλος πάντων, χρήστης, που κάποια στιγμή… Προφανώς, είχε κάποια ποινικά. Ποινικά… Πωλητής, μικροπωλητής, ας πούμε, ρούχα και τέτοια ή κατοχή, ξέρω 'γώ, για ιδία χρήση, ή μία πολλή μικροποσότητα. Αν και διαγνωσμένος οροθετικός χρόνια, που παίρνει, που έπαιρνε χρόνια το επίδομα, δεν του ανανεώνουνε την άδεια και αυτήν την στιγμή είναι χωρίς χαρτιά. Δηλαδή αυτήν τη στιγμή, αυτήν τη στιγμή ουσιαστικά κινδυνεύει με απέλαση, απ’ το πουθενά. Γιατί; Επειδή πουλούσε παντελόνια, ας πούμε. Ναι, ακόμα κι ό,τι έχουν δώσει, το παίρνουν πίσω, ειδικά, βρίσκουν σε αυτόν τον πληθυσμό ένα πάτημα ότι δεν είναι ασφαλείς για την κοινωνία, οπότε μπορούμε να την πάρουμε πίσω. Πάρα πολύ έχω θυμώσει ώρες ώρες και με τους γείτονες αυτών των συνοικιών. Ναι, μπορώ να το καταλάβω ότι, όντως, είναι ζόρικο να είσαι στο σπίτι σου και να είσαι εκτεθειμένος συνέχεια σε τέτοιες εικόνες, δεν μπορώ να καταλάβω, όμως, να ποτίζεις κάποιον με χλωρίνη και να έρχεσαι και να μου το λες με περηφάνια. Είχα βγει μία μέρα, είχαμε βγει με την ομάδα και ήμασταν σε ένα σημείο που κάνουν ενέσιμη χρήση. Και μαζεύαμε σύριγγες, είναι ένα από τα πράγματα που κάνουμε, τέλος πάντων, στα πλαίσια ακριβώς αυτού κιόλας, του ότι: «Οκ, είμαι εδώ γι’ αυτόν τον πληθυσμό, αλλά είμαι εδώ κάπως και για την υπόλοιπη κοινότητα, διαμεσολαβώντας», είναι κάπως συμβολικό με έναν τρόπο. Οπότε κάνουμε αυτό, βγαίνει ένας από 'κει, ένα σπίτι. «Μπράβο», το ένα, το άλλο, «που καθαρίζετε», κι αυτά. Στην αρχή νόμιζα ότι ήτανε, ότι είναι κάποιος που θα μας πει: «Μπράβο», συμβαίνει και αυτό, εντάξει γίνεται λίγο cringe ώρες ώρες, αλλά συμβαίνει, μας λένε: «Μπράβο», το ένα το άλλο. Το ξεκινάει έτσι, χαμογελάμε, ξέρω 'γω. «Και εγώ χθες βγήκα και τους έριξα ένα κουβά με χλωρίνη», και τα λοιπά, «Δεν γίνεται να είναι εδώ, και είναι, πρέπει να τους κλείσουνε κάπου και εγώ θα του άνοιγα το κεφάλι», και το ένα και το άλλο. Δεν ξέρω πώς αυτός ο άνθρωπος, είχε καταλάβει ότι εμείς είμαστε εκεί για τον ίδιο λόγο αρχικά. Ήτανε από, δεν καταλάβαινα από που μου 'ρχεται, δεν καταλάβαινα. Και αυτό δεν, ξεκινάει από έναν γείτονα που μπορεί να το κάνει σαν μια δικιά του πρωτοβουλία, ας πούμε, να ρίξει έναν κουβά χλωρίνη. Αλλά αν πας μία βόλτα όντως στο κέντρο της Αθήνας, θα δεις ότι είναι κάτι που έχει συστηματοποιηθεί, έχει νομιμοποιηθεί κανονικότατα από τον δήμο, καθώς σε όλη αυτήν την περιοχή, μιλάει για συγκεκριμένα στενά στο Μεταξουργείο, κάτω από τη Βάθη, κοντά στην Ομόνοια και τα λοιπά. Ακόμα και σε ακατοίκητα που, όσα χρόνια είμαι εκεί, δεν έχω δει να γίνεται κάποια κίνηση σε σχέση με αυτά τα ακίνητα, υπάρχουν λάστιχα, τα οποία έχουν αυτόματο πότισμα και ανοίγουνε δυο-τρεις φορές την ημέρα για να μην κάθεται ο κόσμος κάτω. Υπάρχουνε αυτοσχέδιες κατασκευές με καρφιά, με γλάσο, με γράσο, βασικά, όχι γλάσο, κόλλα, γυαλιά τριμμένα σε σκαλάκια για να μην κάτσουνε. Ναι, αυτό, ας πούμε, δεν μπορώ να το καταλάβω και αυτό είναι κάτι που με θυμώνει, που επίσης δεν μπορώ να το διαχειριστώ, με όποιον τρόπο.
Πώς είναι ως γυναίκα να δουλεύεις σε τέτοια περιβάλλοντα;
Κοίτα, γενικά, εντάξει, πώς το εννοείς; Σε σχέση με το πόσο ασφαλής νιώθεις;
Και αυτό είναι ένα κομμάτι, ναι.
Σε σχέση με αυτό, ας πούμε, πιο πολύ δυσκολεύομαι στο κομμάτι της σεξεργασίας, σε εκείνη την περιοχή, προσεγγίζουμε σεξεργάτριες και τα λοιπά. Πάρα πολλοί από τους περαστικούς που επίσης μπορούν να μας βάλουν στο μάτι, με έναν τρόπο και να τον δεις τον άλλον, γιατί κυκλοφορεί σε αυτή την περιοχή, θα τον ξαναδείς, θα σου ξανακορνάρει. Τους νταβατζήδες, δεν μας θέλουν προφανώς εκεί. Επίσης το ότι είμαστε γυναίκες, δεν ξέρω, είναι και λίγο παραπάνω challenging, δεν είναι απλά ότι θα δουν έναν άντρα και θα πούνε μια μαλακία. Προσπαθούν να μας προσεγγίσουν με κάποιον τρόπο, νιώθεις επίσης ότι σε σταμπάρουνε και ότι εσύ συνεχίζεις και κυκλοφορείς και αλλού και δεν ξέρεις πού θα τον πετύχεις. Οπότε σε αυτό το κομμάτι, αρκετά δύσκολο. Δηλαδή σε μία φάση που έψαχνα σπίτι και είχα σκεφτεί, είχαμε βρει κάποια σπίτια, τέλος πάντων, με τη συγκάτοικό μου, σε εκείνη την περιοχή, ενώ στην αρχή ήμασταν σε φάση, οκ, μετά ήμουν σε φάση: «Εντάξει, και τώρα θα ξέρει ο τάδε, που μας κολλάει συνέχεια και θα μένουμε δυο στενά παρακάτω και θα ξέρει ότι εκεί είναι το σπίτι μας;». Το σκέφτεσαι. Τώρα, σε σχέση με το υπόλοιπο, στα πλαίσια του street, εντάξει, νιώθω ασφαλής, δεν, εννοώ, δεν έχω νιώσει ότι μου έχει συμβεί κάτι ή θα μπορούσε να μου συνέβαινε κάτι, επειδή είμαι γυναίκα, εκείνη την ώρα. Ότι γενικότερα είναι πολύ, πώς να το πω, προσελκύεις περισσότερο κόσμο όταν είναι μία ομάδα μόνο με γυναίκες εκείνη την ώρα σε μία βάρδια. Όταν θα δούνε ότι είναι και ο άντρας μαζί, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση οι άντρες της ομάδας είναι συνήθως και, οι περισσότεροι βασικά, είναι πρώην χρήστες, τους ξέρουνε, είναι αποτρεπτικό. Δε θα έρθει να σου πει μαλακία, δε θα έρθει για καβλάντα, ας πούμε, θα έρθει όντως: «Θέλω αυτό», μπλα μπλα μπλα, το ένα το άλλο. Όταν τυχαίνει, κάποιες φορές, και είμαστε μόνο γυναίκες, θα σου έρθει κιόλας, που δεν θέλει κάτι, ας πούμε, θα έρθει να σου δείξει ότι έχει μία πληγή στο πόδι που δεν υπάρχει, μόνο και μόνο για να τον δεις, επειδή είστε γυναίκες. Οπότε, ναι, όπως παντού, υπάρχει και αυτό. Γενικά, εμένα το πιο, αυτό που με έχει προβληματίσει περισσότερο, που με προβλημάτισε κυρίως στην αρχή, είναι ότι ένιωθα ότι δεν με παίρνουν πολύ στα σοβαρά επειδή είμαι γυναίκα. Και ειδικότερα μεγαλύτερης ηλικίας άντρες. Δηλαδή, καλά, αυτό ήταν ένας δικός μου προβληματισμός που ένιωθα επειδή ένιωθα ότι, ούτως ή άλλως, δεν θα με πάρουν στα σοβαρά επειδή ήμουν πολύ νεότερη και επειδή δεν έχω περάσει από δρόμο ή από πιάτσα, ή ναρκωτικά, ή ό,τι. Το οποίο μου το έχουν πει κιόλας. Δηλαδή, ενώ στην αρχή ήταν στο μυαλό μου, έχει γίνει, δηλαδή, έχει, έχω πάει, έχω προσεγγίσει έναν κύριο γύρω στα πενήντα, ας πούμε, που ήθελε να πάρει σύριγγες καθαρές. Είχα δει ότι έχει μία πολύ σοβαρή πληγή και τα λοιπά και του είχα πει ότι γενικότερα έχουμε και γιατρούς στην ομάδα και ότι αν θα ήθελε κάποια στιγμή να το δούμε, ότι είμαστε εδώ και τα λοιπά. Και μου εξαπέλυσε μία επίθεση ότι: «Άσε μας, κοριτσάκι μου, που εσύ μου έρχεσαι εδώ πέρα από το σπιτάκι σου και τα λοιπά και δεν ξέρεις που σου πάνε τα τέσσερα, να μου πεις εμένα, ξέρω 'γώ, τι θέλω και τι δεν θέλω και εσύ δεν έχεις βγάλει χαρμάνα» και το ένα και το άλλο. Το οποίο αυτό, σε γενικές γραμμές, γενικότερα αυτό το attitude, ότι: «Εσύ έρχεσαι εδώ και δεν θα μου πεις εσύ εμένα τι θα κάνω», που γενικότερα δεν είναι και τέτοιου τύπου η προσέγγισή μας, το έχω δει να συμβαίνει συνήθως από άντρες. Δηλαδή δεν θυμάμαι [00:50:00]να μου έχει γίνει αυτό από κάποια γυναίκα. Δηλαδή πάρα πολύ στο ότι «Κοριτσάκι μου, εδώ ξέρεις πού ήρθες; Εδώ είναι πολύ σκληρά τα πράγματα». Εντάξει, μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο, ας πούμε, άλλος να σου πει: «Ό,τι και να γίνει, σφύρα μου και έρχομαι και τους σκοτώνω όλους για χάρη σου». Εννοώ ότι, ναι, υπάρχει, το βλέπουνε έτσι. Αλλά είναι κάτι που το διαχειρίζομαι, ούτως ή άλλως, κάθε μέρα, κάπως. Σε όποιο πλαίσιο και να πας, πρέπει να το διαχειριστείς. Οπότε δεν μου κάνει εντύπωση, ούτε θεωρώ ότι είναι πιο έντονο σε αυτήν τη, σε αυτόν τον πληθυσμό, ας πούμε, απ’ ό,τι στο λεωφορείο, στο σουπερμάρκετ ή στην προηγούμενη μου εργασία ή ό,τι.
Έχεις μπει ποτέ σε διαδικασία να σκεφτείς το πώς θα ντύνεσαι στη δουλειά;
Όχι, γι’ αυτό μ’ αρέσει αυτή η ομάδα. Όχι. Γενικά, ας πούμε, όταν σου λέω ότι ήμουνα στο προσφυγικό, στην άλλη οργάνωση που έκανα πρακτική, μου το είχαν θέσει ότι, ας πούμε: «Δουλεύεις με πρόσφυγες, υπάρχει αυτή η κουλτούρα», το ένα, το άλλο, «Θα πηγαίνουμε στα σπίτια τους, δεν μπορείς να μου φοράς ούτε σορτσάκι, ούτε αμάνικο, δεν πρέπει καν να φαίνεται ο ώμος». Με το οποίο εγώ δυσανασχετούσα πάρα πολύ, λέω, έπρεπε να συμφωνήσω, να, να το ακολουθήσω με κάποιον τρόπο, όσο και να είχα εκφράσει τη διαφωνία μου. Όχι, σε αυτή την ομάδα η αλήθεια είναι ότι το είχαμε εξαρχής ότι θέλουμε εμείς κυρίως να νιώθουμε άνετα, οπότε έχω νιώσει αρκετή στήριξη από την ομάδα. Οπότε, δεν, εννοώ, πιο πολύ το πρακτικό, επειδή κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί να κάτσεις, ξέρω 'γώ, κάτω κάπως, στα γόνατα, αυτό ειδικά άμα είσαι σε βάρδια με γιατρούς, για να μιλήσεις στον άλλον, δεν μπορείς να είσαι από πάνω. Ναι, να σκεφτώ για το πρακτικό, να μην φορέσω κάτι που εμένα με κάνει να νιώθω άβολα, αλλά, όχι, δεν με έχει επηρεάσει. Το πιο πολύ, ας πούμε, που να προσέχουμε, γενικότερα το έχουμε σαν ομάδα, είναι σε φάση να μην έχουμε, ας πούμε, το κινητό αβέρτα, εκεί μπροστά στον άλλον, γιατί κάπως μπορεί να τον τριγκεράρεις να σ' το πάρει. Και μετά τι θα κάνεις; Θα τον κυνηγήσεις; Εννοώ ότι κάπως νιώθουμε ότι οφείλουμε, ότι πρέπει να το προβλέψουμε αυτό, ότι, εντάξει, έτσι είναι τα πράγματα. Ο άλλος για την επιβίωσή του θα το κάνει αυτό, γίνεται. Εσύ, πού το ξέρεις αυτό ήδη, οφείλεις κάπως να προστατέψεις κι εσένα και τον άλλον και να μην γίνει κάτι, να μην ακολουθήσει κάτι δυσάρεστο. Οπότε, ας πούμε, πιο πολύ προσέχω σε τέτοια, στα προσωπικά μου αντικείμενα, ας πούμε.
Πώς έχει αλλάξει το να είσαι streetworker τη σχέση σου με την Αθήνα, με την πόλη;
Αρκετά, πάω σε άλλες περιοχές και νομίζω ότι είναι τίποτα, εντάξει, δεν έχω να φοβηθώ τίποτα. Είναι πολύ περίεργο βασικά, είναι πολύ περίεργο ότι νιώθω πραγματικά πάρα πολύ οικεία σε μία περιοχή που πολλοί κάπως φοβούνται να προχωρήσουν. Δηλαδή, έχει τύχει εγώ να γυρνάω από βράδυ που έχω βγει στο Μεταξουργείο, εντάξει, θα το σκεφτώ, δεν θα προχωρήσω ακριβώς μέσα από τα συγκεκριμένα σημεία που ξέρω ότι θα πετύχω και πόσους γνωστούς, και έχω ξεχάσει και να συλλογιστώ ότι μία φίλη μου ενδεχομένως δυσκολεύεται και ότι δεν της είναι τόσο οικείο. Οπότε, ναι, μου έχει, με έχει κάνει αρκετά πιο υποψιασμένη αρχικά, αλλά με έχει κάνει να νιώθω και πολύ πιο άνετα και ότι όντως σε άλλες περιοχές να κυκλοφορώ πολύ πιο άνετα, σε σχέση με το πώς ήμουν εγώ πριν από κάποια χρόνια. Να παρατηρώ πάρα πολύ τις αντιθέσεις δηλαδή, είναι τρομερό. Απλά νομίζω ότι αυτό, εξαρχής εμένα λόγω του ότι, και όταν ήρθα στην Αθήνα, πάλι στο κέντρο ήμουνα, μου ήταν οικεία εικόνα, οπότε δεν είναι ότι έχει αλλάξει… Είδα κάτι τόσο πολύ περισσότερο και μου έχει αλλάξει όλη η αντίληψη. Δηλαδή, ένιωθα πολύ ότι η Αθήνα γίνεται με κάποιον τρόπο πυρήνας, ας πούμε, του αποκλεισμού μες στο κέντρο της. Και μου αρέσει που είμαι σε ένα μέρος σαν αυτό. Ίσως, σε σχέση με αυτό, το πιο άβολό μου είναι όταν, π.χ., δουλεύω, ξέρω 'γω, στο Μεταξουργείο και στην Ομόνοια και μένω στην Κυψέλη. Όταν συναντάω άτομα στην Κυψέλη, όταν νιώθω ότι μπορεί να με έχουνε δει και δεν μιλάω για τα άτομα με τα οποία δουλεύουμε, αλλά, ας πούμε, πολλούς από τους ντίλερς, που ξέρω και σε ποιες πιάτσες είναι, μένουν αρκετά κοντά στο σπίτι μου. Οπότε αυτό ίσως τελικά σε κάνει να νιώθεις και λίγο ότι προσέχεις εντελώς και μέχρι να μπεις, δεν είναι ότι έφυγες από τη δουλειά, εντάξει, πάω σε μία εντελώς διαφορετική περιοχή και το αφήνεις έξω, υπάρχει δίπλα σου. Και κάπως, ώρες-ώρες το σκέφτομαι, ότι: «Οκ, γενικά δεν είναι και δύσκολο να σε θυμάται ο άλλος, ποια είσαι». Και δεν χαίρονται, ξέρω 'γω, ένας νταβατζής ή ένας ντίλερ, δεν θα χαρεί που είσαι στην πιάτσα με αυτόν τον τρόπο. Αυτό θα έλεγα μέσες - άκρες.
Υπάρχουν φορές που έχεις φοβηθεί εν ώρα εργασίας;
Ναι, όχι πολλές, αλλά…. Εντάξει, το πιο ακραίο, που δεν είχα φοβηθεί τόσο εκείνη την ώρα, γιατί το ζούσα, αλλά για αρκετές μέρες μετά μου είχε γίνει, ήτανε η σκέψη μου εκεί όλη μέρα, ήτανε πριν από ενάμιση χρόνο περίπου. Ήμασταν σε μία συνηθισμένη βάρδια και κλείνοντας τη βάρδια, είχαμε, ήμασταν έξω από ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια που γενικότερα χρησιμοποιείται από σεξεργάτριες και δουλεύουν, ας πούμε, στέκονται έξω από το ξενοδοχείο και χρησιμοποιούν αυτό το ξενοδοχείο. Οπότε είμαστε εκεί, μοιράζουμε προφυλακτικά και λοιπά. Κάποια στιγμή, ένας συνάδελφος, ο οποίος είχε φύγει λίγο νωρίτερα, γιατί έπρεπε να φύγει, μας παίρνει τηλέφωνο και λέει: «Παιδιά, πού είστε;», λέμε: «Είμαστε ακόμα εκεί, τι έγινε;», λέει: «Την ώρα που έφευγα, είμαι σίγουρος ότι είδα να μπαίνει ένα κορίτσι μέσα σε αυτό το ξενοδοχείο για το οποίο υπάρχει Silver Alert». Μας στέλνει επιτόπου τη φωτογραφία, όντως την είχαμε δει και εμείς, εννοώ, μας φάνηκε ότι έχει δίκιο, ξέρω 'γώ, και τα λοιπά. Ήταν ανήλικη, υπήρχε όντως καιρό, κάνα δίμηνο, Silver Alert, δεκατέσσερα χρόνων νομίζω, και ήμασταν σε φάση, αυτόματα, «Τι κάνουμε;». Εννοώ ότι κάπως δεν υπάρχει και κάποιος κανονισμός για όλα αυτά πολλές φορές, απλά έχει να κάνει, να το συζητάμε σαν ομάδα, «Νιώθουμε άνετα να κάνουμε κάτι; Τι θέλουμε να κάνουμε;», πολύ στα γρήγορα. Οπότε όσοι έτυχε να είμαστε σε εκείνη τη βάρδια, είμαστε σε φάση: «Τι κάνουμε; Ας μείνουμε να δούμε πότε θα βγει, με ποιον θα βγει και βλέπουμε». Και επίσης να πάρουμε την αστυνομία και να πούμε ότι: «Έχουμε ένδειξη ότι η τάδε, που υπάρχει αυτό». Οπότε παίρνουμε για αρχή την αστυνομία, δύο στενά πιο πέρα η αστυνομία, έτσι; Ήμασταν στη Χαλκοκονδύλη και είναι στη Βερανζέρου το τμήμα. Τους το λέμε και τα λοιπά, μας λένε: «Δεν είμαστε εμείς οι αρμόδιοι για το Silver Alert και να πάρετε στο Χαμόγελο του Παιδιού» και παίρνουμε στο Χαμόγελο του Παιδιού και μας λένε το ίδιο, τέλος πάντων κάτι ακαταλαβίστικα. Εν τέλει, εμείς δεν μπορούμε να ασχοληθούμε με αυτό και βάζουμε τη δικηγόρο της οργάνωσης, που δεν ήταν μαζί μας, να βρει μία άκρη, και εμείς απλά να κάτσουμε και να περιμένουμε πότε θα βγει το κορίτσι. Βγαίνει περίπου μετά από δέκα λεπτά, βγαίνει μαζί με έναν άντρα, γύρω στα τριάντα. Τέλος πάντων, τη βλέπουμε, βλέπουμε και τη φωτογραφία, είμαστε σίγουροι πλέον ότι είναι ίδια και φαίνεται κιόλας, δηλαδή φαίνεται ένα κορίτσι μικρό, με ντύσιμο που δεν παραπέμπει ότι είχε πάει να εργαστεί εκεί, ας πούμε. Φαινότανε εντελώς αποσυνδεδεμένη, ήταν περίεργο όλο αυτό, μας κίνησε πολύ τις υποψίες ότι κάτι συμβαίνει, τέλος πάντων. Οπότε ξεκινάμε και συνεννοούμαστε μεταξύ μας ότι θα τους ακολουθήσουμε να δούνε πού θα πάνε, βγάζοντας τα διακριτικά της οργάνωσης, πιο πολύ δρούσαμε σαν μία παρέα εκείνη τη στιγμή που, ας πούμε, είχαμε αυτή την ανάγκη να δούμε τι γίνεται και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό. Οπότε ξεκινάμε, περπατάνε πάρα πολύ αργά, αυτός γυρνάει αρκετές φορές πίσω, φτάνουμε λίγα μέτρα πιο πάνω που έχει μία στάση, πάλι στη Χαλκοκονδύλη, και κάθονται εκεί, στη στάση. Εμείς νομίζουμε ότι θα πάρουν κάποιο λεωφορείο, κάθονται αρκετή ώρα στη στάση, περνάνε τα λεωφορεία, δεν μπαίνουν σε κανένα, εμείς είμαστε λίγο πιο κάτω, παρακολουθούμε. Έρχονται δύο άλλοι άντρες και φεύγει ο αρχικός άντρας και την αναλαμβάνουν δύο άλλοι. Ένας από αυτούς μπαίνει σε ένα μαγαζί που έχει ακριβώς από πίσω με ρούχα και παίρνει μία σακούλα ρούχα. Σηκώνονται από τη στάση και προχωράνε προς τα πάνω και φτάνουν 3η Σεπτεμβρίου. Συνεχίζουμε εμείς, αυτός σίγουρα, αυτοί σίγουρα είχαν καταλάβει ότι εμείς τους ακολουθούμε, παρόλα αυτά συνεχίζαμε. Περνάμε τον δρόμο, περνάνε τον δρόμο, βλέπουμε ότι μπαίνουνε στο 6, τέλος πάντων, που έχει αφετηρία εκεί το τρόλεϊ. Παράλληλα, τώρα, αυτό είχε περάσει περίπου τριάντα πέντε λεπτά, ας πούμε, από το αρχικό που είχαμε πάρει και την αστυνομία να πούμε τι συμβαίνει και τα λοιπά, που θα ερχόντουσαν. Οπότε έχουμε δώσει, είχαμε ειδοποιήσει τη δικηγόρο να τους ξαναπάρει τηλέφωνο να τους πούμε ότι έχουμε μετακινηθεί πια και ότι έχουνε μπει μέσα στο 6. Εκεί είναι κυριολεκτικά ελάχιστα μέτρα για το τμήμα της Βερανζέρου. Υπάρχει προφανώς και η κλούβα δίπλα, αλλά, προφανώς έπρεπε να περιμένουμε κάτι υπηρεσιακά να γίνει και τα λοιπά για να έρθουνε. Δηλαδή, αυτό είναι ακραίο, όταν έχεις δίπλα σου τους αστυνομικούς, αλλά να μην μπορούν να κάνουν κάτι και να περιμένεις, να περνάνε τα λεπτά. Κοιτάμε ποτέ φεύγει το 6, ευτυχώς επειδή ήτανε αφετηρία δεν έφυγε εκείνη την ώρα, κοιτάω το δρομολόγιο, είχαμε σίγουρα ένα τέταρτο, περιμέναμε ότι θα έρθει μέσα σε αυτό το ένα τέταρτο και ότι κάτι θα γίνει. Αυτή η κοπέλα μαζί με αυτούς ήταν μέσα στο 6, καθόντουσαν και περιμένανε να ξεκινήσει. Και όταν βλέπουμε ότι πλησιάζει η ώρα να ξεκινήσει και δεν έρχονται, λέμε: «Τι θα κάνουμε;». Πάει κάποιος από την ομάδα, πιάνει τον οδηγό και του λέει τι γίνεται και αν [01:00:00]μπορεί να καθυστερήσει το δρομολόγιο. Λέει αυτός: «Πρέπει να πάρω τον από πάνω», ξέρω 'γώ, το να, το άλλο. Παίρνει, τέλος πάντων, λέει: «Παιδιά, πέντε λεπτά το πολύ». Οκ, παίρνουμε και αυτά τα πέντε λεπτά ως έξτρα χρόνο. Συνεχίζουν να μην έρχονται, έχουμε πάει τώρα σαράντα πέντε λεπτά που έχει γίνει όλο αυτό και έχουμε ειδοποιήσει την αστυνομία. Ξεκινάει το τρόλεϊ, εκεί νομίζω ότι είχα νιώσει πάρα πολύ απελπισμένη, ήμουν σε φάση: «Δεν γίνεται να έχει συμβεί αυτό». Το μόνο που καταφέραμε να κάνουμε είναι να πούμε στον, να αφήσουμε ένα τηλέφωνο δικό μας στον οδηγό και ώστε άμα τουλάχιστον δει σε ποια στάση κατέβουνε, να μας πει ώστε να το μεταφέρουμε στην αστυνομία, μπας και κάτι γίνει. Ναι, εκείνα τα λεπτά μόλις έχω δει ότι έχει κλείσει η πόρτα και έχουνε φύγει, δεν ξέρω, δεν μπορώ να σ' το μεταφέρω σε λέξεις, ένιωθα άθλια, δεν ξέρω. Ότι δεν μπορείς να κάνεις κάτι, ότι, τι συμβαίνει βασικά δίπλα σου, κάτω από τη μύτη σου, πράγματα που δεν μπορούσες να φανταστείς τόσα χρόνια, που ναι μεν τ’ ακούς, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς ότι συμβαίνουν απλά ακριβώς δίπλα σου, ότι τα έχεις δει, ότι έχεις προσπαθήσει να κάνεις κάτι, αλλά και πάλι δεν γίνεται κάτι. Όλως περιέργως, μετά από λίγη ώρα, μας παίρνουν τηλέφωνο, η δικηγόρος, και μας λέει ότι τελικά, αφού είχε ξεκινήσει το 6, είχαν ξεκινήσει οι αστυνομικοί από την Ομόνοια και τους είχαμε πετύχει… Σταμάτησαν το τρόλεϊ σε κάποια στάση αργότερα, στην 3η Σεπτεμβρίου, πήραν την κοπέλα, αλλά αυτούς τους άφησαν. Πήραν την κοπέλα, ήταν από ένα ίδρυμα, τέλος πάντων, από κάποιο ορφανοτροφείο, ξέρω 'γώ, κάτι τέτοιο. Τη γυρίσανε πίσω, αυτό. Αυτό μάθαμε ως εξέλιξη και μετά δεν ξέρουμε καν και τι έγινε και δεν μπορέσαμε να φτάσουμε πουθενά παρά πέρα και δεν-. Και είναι κάτι ακόμα που, ας πούμε, δεν ξέρω τι σημαίνει και έχει μείνει στο πίσω. Αυτό που ένιωσα εγώ μεγάλη ανασφάλεια είναι ότι ήξερα πάρα πολύ καλά ότι όλη αυτή την ώρα που γινόταν αυτό, αυτοί μας είχαν δει ποιοι είμαστε. Εννοώ και σίγουρα, ήμασταν τρεις κοπέλες και ένας άντρας, εννοώ είμαι σίγουρη ότι μας είχαν σταμπάρει. Οπότε για πάρα πολλές μέρες, ένιωθα πάρα πολλή ανασφάλεια να κυκλοφορώ μόνη μου και να πρέπει να φύγω από αυτό το σημείο προς το σπίτι μου, ξέροντας ότι, δεν ξέρω και εγώ τι κύκλωμα υπάρχει πίσω από όλο αυτό. Μας έχει δει να τους παρακολουθούμε και να έχουμε καλέσει την αστυνομία. Τώρα, κατά τ’ άλλα, εντάξει, μικροσκηνικά έντασης συμβαίνουνε, πιάτσα είναι. Και ξύλο έχει παιχτεί μπροστά μας και μαχαίρι έχουνε βγάλει. Εμείς έχουμε ένα τέτοιο ότι αποστασιοποιούμαστε, εννοώ ότι φυσικά απομακρυνόμαστε λίγο από την ένταση, μένουμε εκεί όμως για να δούμε αν θα χρειαστεί να κάνουμε κάτι. Δεν έχω νιώσει ότι κινδυνεύω όντως παραπέρα. Τώρα ψιλοστιγμιαία, ας πούμε, να-. Να, ας πούμε, την Κυριακή που μιλούσα εγώ με μαζί με μία γιατρό, με έναν άνθρωπο για την οροθετικότητά του και σε μία αρκετά συναισθηματική φορτισμένη στιγμή για εκείνον και για εμάς, για το πώς θα το διαχειριστεί, χωρίς χαρτιά και τα λοιπά, να πάρει τη θεραπεία, το ένα, το άλλο, με ένα αποφυλακιστήριο μόνο, ξέρω 'γώ, έχω αντιληφθεί ότι περνάνε από πίσω μου δύο τύποι που ακούω τι λένε, χλευάζουν και λένε μαλακίες του στυλ ότι: «Τι είναι τώρα αυτοί, σωσίες, τι έχουν έρθει εδώ;». Το έχω αντιληφθεί ότι περνάνε, παρόλα αυτά αυτός δεν αρκέστηκε σε αυτό, ήθελε να έρθει να χωθεί, ξέρω 'γώ, να μας μιλήσει. Οπότε σε μία τέτοια φάση που είμαστε εκεί στα όρθια, μες στην πιάτσα και προσπαθούμε να διαχειριστούμε κάπως συναισθηματικά την κατάσταση του άλλου ατόμου σε σχέση με αυτήν την διάγνωση, έρχεται κατά πάνω μας και του λέω: «Χρειάζεσαι κάτι;», ενδεχομένως με ένα ύφος, εννοώ κάποιας έντασης. Ο οποίος εκνευρίστηκε πάρα πολύ και άρχισε να μου φωνάζει πάρα πολύ, αρκετά κοντά μου και με μία πολύ μεγαλύτερη σωματική διάπλαση. Ναι, στιγμιαία ήμουν σε φάση ότι: «Ώπα, τώρα πρέπει να το διαχειριστείς κάπως, να αποσυμφορήσεις αυτή την ένταση γιατί δεν θα πάει καλά». Ή μετά σκεφτόμουν, επίσης, για πολλή ώρα, ότι: «Αφού τον είχες ακούσει ότι είχε όρεξη», κάπως ότι έπρεπε εγώ και καλά να το έχω προβλέψει, ας πούμε, ότι είχες δει, είχες καταλάβει ότι πρόκειται για ένα τύπο που θέλει τώρα να μανουριάσει, ας πούμε, που θέλει. Ίσως από την αρχή έπρεπε να ήμουνα ένα έξτρα ευγενική, απλά γιατί το ήξερα, ώστε να μη δημιουργηθεί ένταση. Ναι, αυτό. Σε γενικές γραμμές, δεν έχω μεγάλο θέμα με την ασφάλεια, δηλαδή εκείνη την ώρα. Και, αυτό, παρατηρώ αρκετά για να προλάβω κάτι ή αλλιώς νιώθω πολύ σίγουρη, γιατί υπάρχουν αρκετά άτομα που μας ξέρουνε χρόνια, μας εμπιστεύονται και αυτά, οπότε κάπως νιώθεις ότι έχεις κάποιον δικό σου εκεί, με έναν τρόπο, δηλαδή μπορεί να στο πει και ο άλλος ευθέως ότι: «Ό,τι και να χρειαστείς». Και έχει τύχει, ας πούμε, άλλη φορά που, όντως κάτι, να έχει δημιουργηθεί μία ένταση απέναντί μας και να έρθει κάποιος που μας ξέρει πολλά χρόνια κι αυτό και να πει: «Μην, ξέρω 'γώ, τώρα τα παιδιά αυτό και αυτό και εκείνο». «Α, sorry, δεν ήξερα ότι είστε εσείς» και τα λοιπά, και τα λοιπά, «Νόμιζα ότι ήρθατε εδώ να κάνετε αυτό, να κάνετε εκείνο».
Βάζοντας όλες αυτές τις εμπειρίες μαζί, τι θα έλεγες ότι σημαίνει για σένα το streetworking;
Τι σημαίνει; Κοίτα, δεν ξέρω, αυτήν τη στιγμή είναι κάτι που νιώθω ότι δεν μπορώ αρχικά να σταματήσω να το κάνω. Ίσως κολλάει και πιο πολύ και στην προηγούμενη ερώτηση, ότι νιώθω ότι απλά έτσι υπάρχω και έξω πια, αυτό, με αυτή την έντονη τέτοια του να παρατηρώ πράγματα και να μην περνάω αδιάφορα. Οπότε, ναι, σαν σύνολο νιώθω ότι μου δίνει ένα νόημα. Πολλές φορές επειδή μου γίνεται αυτή η ερώτηση, ξέρω 'γώ, ακόμα και μέσα στην ομάδα που το έχουμε συζητήσει ο καθένας γιατί είναι εδώ τελικά, γιατί το κάνει αυτό, δεν έχω κάποια απάντηση, αυτό αλλάζει συνέχεια. Δεν ξέρω… Μου φαίνεται, εντάξει, σίγουρα μου ικανοποιεί πάρα πολύ, αρκετά, αυτό το αίσθημα του δικαίου, ας πούμε, ότι θέλω με κάποιον τρόπο να αξιοποιήσω, να, ας πούμε, αυτό με τις σπουδές, π.χ., αν μπορώ με κάποιον τρόπο να το αξιοποιήσω, ότι εγώ τελικά σπούδασα αυτό και θέλω να γίνω κάτι και δεν ξέρω εγώ τι, γι’ αυτούς που δεν έχουν πρόσβαση. Ας πούμε, αρχικά, σίγουρα αυτό μου είναι αρκετά σημαντικό σε αυτή τη φάση, ότι πας με έναν τρόπο απρόσκλητος στον χώρο του άλλου και αυτό πρέπει να το σέβεσαι και να μάθεις να το διαχειρίζεσαι γενικότερα. Μην νομίζεις ότι πας εκεί ως-, ποιος νομίζεις ότι είσαι. Και είναι αυτό, είναι σκέψη ότι σαν να πηγαίνεις στο σπίτι του άλλου, έχεις κατευθείαν πρόσβαση σε πάρα πολλά πράγματα, έχεις μία δυνατότητα να δεις πάρα πολλά πράγματα και να είσαι εκεί. Και όταν θέλει όποιο να έρθει σ' εσένα, είσαι ακόμα εκεί. Εμένα αυτό μου δίνει, μου καλύπτει κάτι, δεν ξέρω τι ακριβώς. Παρόλες τις διαφορές που αντικειμενικά υπάρχουνε, δεν είμαι άστεγη, δεν έχω περάσει από χρήση, δεν έχω αυτές τις εμπειρίες, υπάρχουν πάρα πολλά σημεία που ταυτίζεσαι, βρίσκεις κάτι δικό σου σίγουρα, δεν το κάνεις μόνο για τους άλλους, δεν είναι αυτό μόνο, προφανώς. Ας πούμε, πρόσφατα με κάποια άτομα είχα μία συζήτηση για το, και λέγαμε ότι νιώθεις εκείνη την ώρα μέρος του όλου. Και είχαμε αρκετά αυτό το debate, ας πούμε, με ένα άλλο άτομο, ότι: «Εσύ πας με το προνόμιό σου, πώς γίνεται να νιώθεις μέρος του όλου;», και όντως έτσι θα σκεφτόμουν και εγώ αρκετό καιρό πριν, ότι δεν θα τολμούσα να πω ότι νιώθω μέρος του όλου εκείνη την ώρα, γιατί ένιωθα αυτό, ότι όντως πάω με το προνόμιό μου και μετά θα πάω σπίτι μου. Αυτό, ας πούμε, είναι όντως κάτι δύσκολο να διαχειριστείς, ότι εσύ θα πας σπίτι σου και ότι τον αφήνεις τον άλλον εκεί. Αλλά τώρα σκεφτόμουν ότι, ναι, πάω όντως με το προνόμιο, το έχω, τι να κάνω, δεν μπορώ να το πετάξω, να προσποιηθώ ότι δεν το 'χω; Το 'χω, το αναγνωρίζω. Και εκείνος το ξέρει, το άτομο που έχεις απέναντί σου, το ξέρει ότι έχεις το προνόμιο. Και αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνη την ώρα δεν έχετε ένα σωρό κοινά άλλα πράγματα, γιατί δεν είναι μόνο η ταυτότητα που έχεις εσύ ως, ξέρω 'γώ, θες να το πούμε ειδικός ψυχικής υγείας που πάω εκείνη την ώρα στην πιάτσα και εκείνον άστεγο, χρήστης, σεξεργάτρια, ό,τι; Δεν είστε μόνο αυτό. Μπορεί να είστε οτιδήποτε άλλο κοινό και να μοιραστείτε μία στιγμή. Οπότε, ναι, μ' έναν τρόπο νιώθω μέρος του όλου και μου αρέσει που είμαι μέρος εκείνου του όλου, ας πούμε. Αυτό.
Ποια θα έλεγες ότι είναι αυτά τα κοινά στοιχεία που βλέπεις;
Έχει να κάνει πολλές φορές με τον ψυχισμό του άλλου ατόμου, κάπως νιώθω και εγώ ότι και εγώ θα μπορούσα να είμαι εκεί. Εννοώ ότι… Και εμένα, ας πούμε, υπάρχουν πολλές φορές που μου φαίνεται ιδανικό να μπορείς να βρεις έναν τρόπο να μη νιώθεις τίποτα, να βρεις έναν τρόπο να φτάσεις στην απόλυτη ευφορία εκείνη τη στιγμή. Είμαι εδώ, γιατί υπήρχαν όμως κι άλλες μεταβλητές μέσα σε όλο αυτό και είναι εκεί, επειδή ήρθαν αλλιώς τα πράγματα. Και κάπως διαφοροποιούνται, αλλά μπορεί, ας πούμε, αυτό το συναίσθημα που έχει βιώσει, ας πούμε, η τάδε γυναίκα που συνομιλείς εκείνη την ώρα να σου είναι κάτι πάρα πολύ οικείο, δηλαδή το συναίσθημα, το βίωμα είναι οικείο. Αλλάζουνε, σίγουρα αλλάζει. Εντάξει, έχουν να κάνουν πάρα πολλά πράγματα, έχει να κάνει το ταξικό, έχει να κάνει το [01:10:00]περιβάλλον από το οποίο προέρχεσαι, είναι ότι, οκ, κι εγώ, ας πούμε, αν π.χ. χρειάζεται να πιώ δυο ποτήρια τζιν, ας πούμε, για να χαλαρώσω, πόσο πολύ με διαφοροποιεί από αυτό στο πώς αντιμετωπίζω κάτι; Ειδικά αυτό, ως γυναίκα μπορεί να ταυτίζεσαι πάρα πολύ, εμπεριέχει πάρα πολλή κακοποίηση εκεί πέρα. Αυτό δεν έχει να λέει, εννοώ ότι μπορείς να το μοιραστείς, να σου δώσει πάρα πολλή δύναμη, ξέρω 'γω, μία γυναίκα με την οποία θα συνομιλήσεις εκεί έξω για το πώς είναι να είσαι γυναίκα στην πιάτσα και πώς μπορεί να είσαι μια γυναίκα που κυκλοφορείς απλά έξω για να πας σπίτι σου. Κάπως το μοιράζεσαι και αυτό. Μοιράζεσαι πολύ τα, όταν φτάσεις σε ένα σημείο και αυτό, πετάξεις λίγο τις ταυτότητες και κάτσεις, κάνεις μία πολύ πιο απλή συζήτηση, που αυτό μπορεί να προκύψει στον δρόμο, τυχαία, χωρίς να το προκαλέσεις, να το πιέσεις. Μπορεί να προκύψει σε μία συνοδεία, ας πούμε, που πας με τον άλλον και γίνεται λίγο πιο προσωπικό, μπορεί να χρειαστεί να περιμένεις κάπου, να πάρετε και ένα καφέ και τα λοιπά. Να κάνεις μία συζήτηση και να δεις ότι τα όνειρα που έχει το άτομο, τους προβληματισμούς για την κοινωνία, το τι το εμποδίζει να κάνει τι, που είναι πράγματα που μπορεί και εσύ να τα σκέφτεσαι και ας είσαι μες στο σπίτι και ας μην πίνεις πρέζα, ας πίνεις απλά αλκοόλ, ξέρω 'γώ, ας καπνίζεις, ας καίγεσαι στο ίντερνετ όλο το βράδυ, εννοώ, κάπως έτσι.
Κάτι τελευταίο που θα ήθελες να μοιραστείς;
Κάτι τελευταίο… Αυτά τα κλεισίματα μου είναι λίγο άβολα, δεν ξέρω.
Εντάξει, μπορούμε να το σταματήσουμε και εδώ. Οκ. Ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο και για το μοίρασμα και την ειλικρίνεια.
Και εγώ.
Το κλείνω.
Ναι.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η αφηγήτρια είναι ψυχολόγος και streetworker που δουλεύει τα τελευταία τρία χρόνια σε μια οργάνωση που στηρίζει άτομα σε κατάσταση δρόμου στο κέντρο της Αθήνας. Μέσα από την αφήγησή της περιγράφει τα πρώτα της βήματα στο streetworking και μοιράζεται δύσκολες εμπειρίες από το πεδίο που αναδεικνύουν τις ρεαλιστικές προκλήσεις της δουλειάς της, αλλά και τη σκληρή πραγματικότητα του κέντρου της Αθήνας. Μιλάει για τους τρόπους με τους οποίους διαχειρίζεται συναισθηματικά αυτές τις δυσκολίες, αλλά και για το τι σημαίνει να εργάζεσαι ως γυναίκα σε συνθήκες δρόμου. Τέλος, νοηματοδοτεί την εμπειρία της ως streetworker και περιγράφει τις σχέσεις που αναπτύσσει με τα άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση δρόμου.
Αφηγητές/τριες
Χαρά "Ψευδώνυμο"
Ερευνητές/τριες
Έλλη Ξυπολιτάκη
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
29/10/2022
Διάρκεια
72'
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η αφηγήτρια είναι ψυχολόγος και streetworker που δουλεύει τα τελευταία τρία χρόνια σε μια οργάνωση που στηρίζει άτομα σε κατάσταση δρόμου στο κέντρο της Αθήνας. Μέσα από την αφήγησή της περιγράφει τα πρώτα της βήματα στο streetworking και μοιράζεται δύσκολες εμπειρίες από το πεδίο που αναδεικνύουν τις ρεαλιστικές προκλήσεις της δουλειάς της, αλλά και τη σκληρή πραγματικότητα του κέντρου της Αθήνας. Μιλάει για τους τρόπους με τους οποίους διαχειρίζεται συναισθηματικά αυτές τις δυσκολίες, αλλά και για το τι σημαίνει να εργάζεσαι ως γυναίκα σε συνθήκες δρόμου. Τέλος, νοηματοδοτεί την εμπειρία της ως streetworker και περιγράφει τις σχέσεις που αναπτύσσει με τα άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση δρόμου.
Αφηγητές/τριες
Χαρά "Ψευδώνυμο"
Ερευνητές/τριες
Έλλη Ξυπολιτάκη
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
29/10/2022
Διάρκεια
72'